ΜΠρΑμαλ 58/2017

Και μετά τον ν. 4335/2015, είναι δυνατή η αναστολή της εκτελέσεως δια της συστηματικής-τελολογικής ερμηνείας του άρθρ. ΚΠολΔ 937 § 1γ, τόσο στην άμεση όσο και στην έμμεση εκτέλεση. Ωστόσο, επί επικειμένου πλειστηριασμού, η αίτηση ανστολής ασκείται παραδεκτά μόνον όταν δεν είναι δυνατή η εμπρόθεσμη εκδίκαση της ανακοπής.

 

1. Με τις διατάξεις του Ν. 4335/2015 επήλθαν εκτεταμένες τροπο­ποιήσεις σε αρκετά κεφάλαια του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, με­ταξύ των οποίων και σε εκείνο της Αναγκαστικής Εκτέλεσης. Οι νέες διατάξεις, σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη του άρθρ. 1 άρθρου ένατου § 3 του ίδιου νόμου, εφαρμόζονται στις περιπτώσεις των ανα­γκαστικών εκτελέσεων επί των οποίων η σχετική επιταγή προς πλη­ρωμή ή προς εκτέλεση διενεργείται μετά την 1.1.2016Εάν αντιθέτως η επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση έγινε πριν από τις 2.1.2016, η αναγκαστική εκτέλεση διέπεται από όλες οι διατάξεις του ΚΠολΔ που ίσχυαν έως την 1.1.2016, περιλαμβανομένου α­σφαλώς και του άρθ. 938 ΚΠολΔ. Η διάταξη αυτή, που καταργήθηκε με την § 1 του άρθρου όγδοου του άρθρ. 1 Ν. 4335/2015, προέβλεπε ότι «με αίτηση του ανακόπτοντος μπορεί να διαταχθεί η ανα­στολή της αναγκαστικής εκτέλεσης με εγγύηση ή και χωρίς εγγύη­ση, αν ο δικαστής κρίνει ότι η ενέργεια της αναγκαστικής εκτέλεσης θα προξενήσει ανεπανόρθωτη βλάβη στον αιτούντα και πιθανολογεί την ευδοκίμηση της ανακοπής», αφορούσε δηλαδή κάθε είδος ανα­γκαστικής εκτέλεσης.

2. Ο νομοθέτης προέβη στην κατάργηση έχοντας προφανώς υπόψιν ό­τι, για το βασικότερο μέσο εκτέλεσης, δηλ. την κατάσχεση στα χέρια του οφειλέτη με επακόλουθο πλειστηριασμό, δεν έχει πλέον έννοια η ύπαρξη αίτησης αναστολής, αφού κατ’ άρθρ. 933 συνδ. 954 ΚΠολΔ (όπως αντικαταστάθηκαν με την § 2 του όγδοου άρθρου του άρθρ. 1 Ν. 4335/2015), η απόφαση επί της ανακοπής κατά της εκτέλεσης εκδίδεται πριν από τον πλειστηριασμό, ο οποίος διενεργείται τον όγδοο μήνα από την κατάσχεση, χωρίς η άσκηση ενδίκου μέσου να ανα­στέλλει την εκτέλεσή της (ΚΠολΔ 937 § 1 περ. β εδ. γ, όπως η § 1 αντικαταστάθηκε με την § 2 του όγδοου άρθρου του άρθρ. 1 Ν. 4335/2015). Περαιτέρω στο άρθρο 937 § 1 ΚΠολΔ, όπως κατά τα άνω ισχύει, προβλέπεται ότι: α) σε περίπτωση άσκησης ενδίκου μέ­σου κατά της απόφασης επί της ανακοπής, μπορεί το δικαστήριο που θα δικάσει το ένδικο μέσο, αν πιθανολογεί την ευδοκίμησή του, να διατάξει (με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων) την αναστο­λή, με παροχή ή και χωρίς παροχή εγγύησης, εφόσον κρίνει ότι η διενέργεια της αναγκαστικής εκτέλεσης θα προξενήσει ανεπανόρθω­τη βλάβη στον αιτούντα (περ. β εδ. γ) και β) σε περίπτωση άμεσης ε­κτέλεσης, το δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί ανακοπή, μπορεί μετά από αίτηση του ανακόπτοντος που δικάζεται με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, να διατάξει την αναστολή της εκτέλεσης με παροχή ή και χωρίς παροχή εγγύησης (περ. γ). Για τα λοιπά όμως μέσα έμμεσης εκτέλεσης δεν προβλέπεται αντίστοιχη καθυστέρηση, όπως επί πλειστηριασμού, και είναι δυνατό αυτά να επισπευσθούν εντός των χρονικών ορίων του άρθρ. 926 ΚΠολΔ, δηλ. από την πάρο­δο της τρίτης εργάσιμης ημέρας από την επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση και μέχρι την πάροδο έτους από αυτή, η δε ολοκλήρωση της εκτέλεσης να συντελεστεί εντός μικρού χρονικού διαστήματος. Στην περίπτωση π.χ. της κατάσχεσης στα χέρια τρίτου, η οποία σα­φώς αποτελεί έμμεση εκτέλεση, εάν δεν υπάρξει δικονομική επι­πλοκή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 985 επ. ΚΠολΔ, ή διαδι­κασία μπορεί να ολοκληρωθεί σε χρόνο μικρότερο του ενός μηνός. Εάν δε παράλληλα υπολογιστεί ο χρόνος κατά τον οποίο ενδεχομέ­νως μπορεί να εκδοθεί απόφαση επί της ανακοπής, αυτός πρακτικά (και ενόψει των προθεσμιών του άρθρ. 933 ΚΠολΔ) θα είναι μεγαλύ­τερος των τριών μηνών -συνήθως μάλιστα θα είναι αρκετά μεγαλύ­τερος.

3. Τίθεται επομένως το ερώτημα εάν σας περιπτώσεις της έμμεσης ε­κτέλεσης (πλην εκείνης της επίσπευσης πλειστηριασμού) υπάρχει πράγματι απαγόρευση αναστολής της εκτέλεσης. Το ενδεχόμενο αυ­τό θα πρέπει να αποκλειστεί για τους εξής λόγους:

Α) Η αναγκαστι­κή εκτέλεση ανέκαθεν γινόταν αντιληπτή ως δραστική παρέμβαση στην προσωπική ή περιουσιακή κατάσταση του οφειλέτη και, για το λόγο αυτό, ο νομοθέτης του ΚΠολΔ παγίως θεωρούσε ότι δεν πρέπει να επιτρέπει την έναρξη ή τη συνέχισή της, όταν ο οφειλέτης προ­βάλλει λόγους οι οποίοι, μετά τη διάγνωσή τους ως βάσιμων κατά την προσήκουσα διαδικασία, θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην α­κύρωση της εκτέλεσης (Γέσιου-Φαλτσή Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτελέσεως τ. Ι, § 43 αριθμ. 1).

Β) Όμως ο εξαναγκασμός του οφειλέτη να υποστεί εκτέλεση χωρίς να μπορεί να αμυνθεί έγκαιρα, του στερεί το δικαίωμα της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, που δικαι­ούται κατ’ άρθρ. 20 Συντ. (έτσι, και όχι με προσφυγή στην αρχή της αναλογικότητας, Βαθρακοκοίλης ΚΠολΔ Ερμηνευτική-Νομολογιακή Ανάλυση άρθρ. 938 αριθμ. 2). Στέρηση που ορισμένες φορές μπορεί να λάβει το χαρακτήρα έντονης αδικίας, αν π.χ. ο οφειλέτης επικα­λείται εξόφληση ή την υπαγωγή του σε καθεστώς που ενέχει απαγό­ρευση λήψης διωκτικών μέτρων εναντίον του κ.λπ. (μάλιστα η κατάρ­γηση του άρθρ. 938 ΚΠολΔ έχει χαρακτηριστεί αδικαιολόγητη -βλ. Μακρίδου-Απαλλαγάκη-Διαμαντόπουλου, Πολιτική Δικονομία-Θεωρία υπό το ν. 4335/2015, σ. 39).

Γ) Υπό το πρίσμα αυτό, δύσκο­λα θα μπορούσε να ευσταθεί συνταγματικά η ανωτέρω εκδοχή, κα­θόσον επιπλέον, ως έχει η γραμματική διατύπωση του νόμου, η προσωρινή προστασία του οφειλέτη δεν εξαρτάται από το νομικό και ουσιαστικό βάρος των αντιρρήσεών του και την έκταση της βλάβης που θα υποστεί, αλλά από τυχαίο γεγονός: ποιο δηλαδή μέσο ανα­γκαστικής εκτέλεσης επισπεύδει κάθε φορά ο δανειστής ως πιο πρό­σφορο για την ικανοποίησή του.

Δ) Την ανάγκη ύπαρξης σταδίου αναστολής εκτέλεσης, υπό τις ως άνω νέες διατάξεις για την αναγκα­στική εκτέλεση, έχει ήδη αναγνωρίσει και η αρεοπαγητική νομολο­γία: με την υπ’ αριθμ. Συμβ.ΑΠ 11/2017 (δημοσιευμένη στην τ.ν.π. Ισοκράτης του ΔΣΑ), που εκδόθηκε επί αιτήσεως αναστολής για ε­κτέλεση που ναι μεν αφορούσε πλειστηριασμό, αλλά η ανακοπή δεν κατέστη δυνατό να εκδικαστεί πριν από αυτόν, δέχθηκε τα εξής: «Αν ωστόσο δεν είναι δυνατόν να τηρηθούν οι προθεσμίες αυτές, ο καθ’ ου η εκτέλεση έχει τη δυνατότητα να επιδιώξει την αναστολή με τη μορφή της προσωρινής ρυθμίσεως καταστάσεως κατά το άρθρο 731 ΚΠολΔ, εφόσον βέβαια υπάρχει βάσιμος κατά το άρθρο 933 ΚΠολΔ λόγος ανακοπής κατά της επιχειρούμενης εκτέλεσης και πιθανολο­γείται έτσι η ευδοκίμηση της ανακοπής και η ανατροπή του εκτελε­στού τίτλου. Τα ίδια ισχύουν και επί κατασχέσεως χέρια τρίτου (άρ­θρα 982 επ. ΚΠολΔ), η οποία συνιστά είδος έμμεσης αναγκαστικής εκτέλεσης και επομένως για τη δυνατότητα αναστολής μετά από α­νακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ εφαρμόζονται οι ανωτέρω διατάξεις (Συμβ.ΑΠ 142/2016)». Όμοια λύση προτείνεται και σε Μακρίδου-Απαλλαγάκη-Διαμαντόπουλου ό.π. (όπου και εξηγείται ο λόγος για τον οποίο ο νομοθέτης έχει εκφραστεί εν προκειμένω εσφαλμένα).

4. Το παρόν Δικαστήριο έχει όμως την άποψη ότι δεν χρειάζεται καν η προσφυγή στο θεσμό της προσωρινής ρύθμισης κατάστασης, διότι (πέραν των δογματικών προβλημάτων περί τον χαρακτηρισμό της αναστολής εκτέλεσης ως γνήσιου ασφαλιστικού μέτρου και της δυ­νατότητας εφαρμογής του άρθρ. 731 ΚΠολΔ -βλ. τη σχετική προ­βληματική σε Γέσιου-Φαλτσή Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτελέσεως, 2017, Ι, § 43, αριθμ. 12-15), ενόψει όσων προαναφέρθηκαν, καθίσταται ανα­γκαία η συστηματική-τελολογική ερμηνεία του άρθ. 937 § 1 περ. γ ΚΠολΔ, ώστε να ισχύει σε κάθε περίπτωση κύριας εκτέλεσης, δηλα­δή τόσο στην άμεση όσο και στην έμμεση, υπό τον περιορισμό ότι, επί επικειμένου πλειστηριασμού, η αίτηση ασκείται μόνο όταν δεν είναι δυνατή η εμπρόθεσμη εκδίκαση της ανακοπής του άρθρ. 933 ΚΠολΔ.

5. Περαιτέρω αξίζει να σημειωθεί ότι, ενώ το καταργηθέν άρθρ. 938 ΚΠολΔ όριζε ως προϋποθέσεις αναστολής της εκτέλεσης ότι α) η διε­νέργεια της αναγκαστικής εκτέλεσης θα προξενήσει ανεπανόρθωτη βλάβη στον αιτούντα και β) ότι πιθανολογείται η ευδοκίμηση της ανακοπής, ήδη το άρθρ. 937 § 1 ΚΠολΔ στη μεν περ. β, όταν δηλαδή η αίτηση αναστολής κρίνεται από το δικαστήριο του ενδίκου μέσου, έχει επαναλάβει τις ίδιες προϋποθέσεις, στη δε περ. γ, δηλ. τις αιτή­σεις αναστολής που αναφέρονται στην προηγούμενη σκέψη, δεν γί­νεται αναφορά προϋποθέσεων. Πρέπει όμως να γίνει δεκτό ότι ισχύ­ουν αμφότερες για την ταυτότητα του νομικού λόγου, καθόσον υ­πάρχει νοηματική συνέχεια μεταξύ των δύο διατάξεων (εξάλλου η αναγκαιότητα των προϋποθέσεων αυτών έχει παγιωθεί νομολογιακά σε όλο το δίκαιο της αναστολής, είτε αφορά αναγκαστική εκτέλεση είτε διαταγή πληρωμής, όπου και εκεί δεν υπάρχει ρητή διατύπωση).

ΑΠ 1429/2017

Η ανακοπή του άρθρ. 73 του ΚΕΔΕ εισάγεται στα πολιτικά δικαστήρια, αν η εκτελούμενη απαίτηση του Δημοσίου είναι ιδιωτικού δικαίου.

 

Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 4 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο έχει υπερβεί την δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, όπως καθορίζεται στο άρθρο 1 ΚΠολΔ, το οποίο ορίζει, ότι στην δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ανήκουν α) οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, β) οι υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας και γ) οι υποθέσεις δημοσίου δικαίου που ο νόμος υπήγαγε σε αυτά. Κατά δε το άρθρο 2 ιδίου Κώδικος τα πολιτικά δικαστήρια απαγορεύεται να επεμβαίνουν σε διοικητικές διαφορές ή υποθέσεις, υπαγόμενες σε διοικητικά δικαστήρια ή αρχές, επιτρεπομένης μόνο της παρεμπίπτουσας εξέτασης ανακυπτόντων ζητημάτων. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι υπέρβαση δικαιοδοσίας υπάρχει και επομένως ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αριθμ. 4 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος, όταν η υπόθεση, που κρίθηκε από το δικαστήριο, δεν υπάγεται σε καμία από τις παραπάνω αναφερόμενες περιπτώσεις του άρθρου 1 ΚΠολΔ.

Εξ άλλου, το άρθρο 94 του Συντάγματος ορίζει στην παράγραφο 1, ότι η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στο Συμβούλιο της Επικρατείας και στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια και στην παράγραφο 2, ότι στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται όλες οι ιδιωτικές διαφορές. Από τις πράξεις των διοικητικών αρχών, διοικητικές διαφορές ουσίας δεν προκαλεί κατά την έννοια του άρθρου 94 του Συντάγματος κάθε μία από τις πράξεις αυτές που φέρει τα εξωτερικά γνωρίσματα μονομερούς διοικητικής πράξεως, από την οποία παράγονται έννομα αποτελέσματα, αλλά μόνον εκείνη, η οποία, στο πλαίσιο των διατάξεων που διέπουν την δημόσια διοικητική δράση, επιδιώκει δημόσιο σκοπό. Οι λοιπές μονομερείς πράξεις της Διοικήσεως, όσες δηλαδή είναι αμέτοχες του λειτουργικού αυτού στοιχείου και κινούνται σε κύκλο σχέσεων ιδιωτικού δικαίου, δημιουργούν διαφορές που ανήκουν στην γενική, σύμφωνα με το Σύνταγμα (άρθρο 94), δικαιοδοσία που έχουν τα πολιτικά δικαστήρια στις περιπτώσεις προσβολής ιδιωτικών δικαιωμάτων.

Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 73 ν.δ. 356/1974 (ΚΕΔΕ) ρυθμίζει λεπτομερώς την άσκηση από τον θιγόμενο ιδιώτη ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων ανακοπής τόσο πριν όσο και μετά την έναρξη διοικητικής εκτελέσεως. Με το άρθρο 1 του ν. 1406/1983 έχουν υπαχθεί στην δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων οι διοικητικές διαφορές ουσίας, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται στην παρ. 2 εδ. ια’ του ιδίου άρθρου και αυτές, που ανακύπτουν κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας, που αφορά την είσπραξη των δημοσίων εσόδων.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι στην περίπτωση κατά την οποία ο τίτλος του άρθρου 2 παρ. 2 ΚΕΔΕ, που αποτελεί το θεμέλιο της διοικητικής εκτελέσεως, ενσωματώνει ιδιωτική απαίτηση του Δημοσίου, ακόμη και για τις παρεπόμενες αυτής απαιτήσεις του ιδίου ή και των νομικών προσώπων στα οποία έχει επεκταθεί η εφαρμογή του ΚΕΔΕ, η διαφορά που δημιουργείται με την άσκηση της από την διάταξη του άρθρου 73 ίδιου Κώδικα απορρεούσης ανακοπής από τον θιγόμενο ιδιώτη, φέρει τα στοιχεία της ιδιωτικής διαφοράς, η φύση της οποίας δεν μεταβάλλεται με την παρεμβολή της διοικητικής βεβαιωτικής διαδικασίας από όργανα της διοικήσεως και την είσπραξη της απαιτήσεως από το Δημόσιο Ταμείο.

Επομένως δικαιοδοσία για την εκδίκαση της διαφοράς αυτής έχουν σύμφωνα με τα ανωτέρω, και μετά την ισχύ του ν. 1406/1983, τα πολιτικά δικαστήρια (ΑΕΔ 2/1993, ΑΕΔ 8/1989, ΑΠ 1320/2002).

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ 279/2018

Αοριστία αγωγής.΄Εφεση. Αυτεπάγγελτος έλεγχος αοριστίας. Μεταβιβαστικό αποτέλεσμα εφέσεως. Αντέφεση. Απαγόρευση επιβλαβέστερης αποφάσεως. Αντικατάσταση αιτιολογιών.                                          

                                

Κατά το άρθρο 216.1 ΚΠολΔ η αγωγή εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 177, πρέπει να περιέχει: α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, γ) ορισμένο αίτημα. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται όλα τα παραπάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται ασαφώς ή ελλιπώς, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά το δικόγραφο αυτής αόριστο και ανεπίδεκτο δικαστικής εκτίμησης, με αποτέλεσμα το απαράδεκτο αυτού. Το  απαράδεκτο αυτό ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, διότι αποτελεί ζήτημα αναγόμενο στην τήρηση της προδικασίας, που αφορά τη δημόσια τάξη. Η αοριστία της αγωγής δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή σε άλλα έγγραφα της δίκης, αλλά ούτε και με την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 187/2006 Δ 2006.907, ΑΠ 252/2006 Δ 2006.1066).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για την ύπαρξη της αδικοπραξίας και την απ’ αυτή υποχρέωση του δράστη σε αποζημίωση του παθόντος απαιτείται: α) επέλευση ζημίας και τα στοιχεία που την προσδιορίζουν ως θετική ή αποθετική, β) η ζημία αυτή να επήλθε από το δράστη παρανόμως, συγχρόνως δε και υπαιτίως, ήτοι από δόλο ή αμέλεια (330ΑΚ), γ) η παράνομη συμπεριφορά του υπαιτίου να οφείλεται σε πράξη ή παράλειψη αυτού όταν δεν καταβάλλεται η απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια και δ) να υφίσταται πρόσφορη (αιτιώδης) συνάφεια μεταξύ της ζημιογόνου πράξης ή παράλειψης και της επελθούσας ζημίας η οποία συντρέχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και τη λογική, η συμπεριφορά αυτή στο χρόνο και με τις συνθήκες που έλαβε χώρα, ήταν ικανή, κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα το οποίο και πράγματι επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 1067/2009 Νόμος).

Από τις διατάξεις των άρθρων 928 και 298 ΑΚ προκύπτει ότι η αποζημίωση εκείνου που έπαθε παράνομη βλάβη της υγείας του ή του σώματος του περιλαμβάνει και τη μελλοντική ζημία αυτού. Η μελλοντική περιουσιακή ζημία, την οποία υφίσταται ο παθών, δεν είναι μόνο αποθετική ή διαφυγόν κέρδος λόγω της ανικανότητας του για εργασία με συνέπεια τον μερικό ή πλήρη περιορισμό των εισοδημάτων του αλλά μπορεί να είναι και μελλοντική θετική ζημία, όπως στην περίπτωση που ο παθών πρέπει να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση προς ολοκλήρωση της αποθεραπείας του (ιδιαίτερα στα κατάγματα   και   στην πλαστική χειρουργική αποκατάσταση του σώματός του). Αποκαθίσταται δε η εν λόγω ζημία, εφόσον η επέλευση της είναι βέβαιη και η έκταση της μπορεί από τώρα να προσδιορισθεί, όχι όμως όταν είναι ενδεχομένη και υποθετική (ΕφΘεσ 949/2000 Αρμ. 2001.324, ΕφΔωδ107/1997 ΕπΣυγκΔ 1997.558, ΕφΑθ 331/1991 ΕΣυγκΔ 1994.387). Την επιδίκαση της σχετικής δαπάνης μπορεί να ζητήσει ο παθών και πριν από την πραγματοποίηση της, ήδη αμέσως μετά την προσβολή του σώματος ή της υγείας του (ΕφΑθ 4754/1995 ΕΣυγκΔ. 1996.547). Κατά συνέπεια μπορεί να επιδιώξει ο παθών τη δαπάνη εκτέλεσης μίας επιβαλλόμενης κοσμητικής ή πλαστικής εγχείρησης, όπως είναι η διόρθωση ουλών στο πρόσωπο. Δεν απαιτείται η οπωσδήποτε εκτέλεση της εγχείρησης, αλλά αρκεί η πρόθεση του να υποβληθεί σε μία τέτοια επέμβαση. Για την πληρότητα όμως της αγωγής, με την οποία επιδιώκεται η αποκατάσταση της μελλοντικής ζημίας πρέπει να εκτίθεται στο δικόγραφο αυτής κατά τρόπο σαφή η ασκούμενη επί μέρους αξίωση κατά ποσό και είδος. Ειδικότερα προκειμένου περί αγωγής με την οποία επιδιώκεται η επιδίκαση δαπάνης μελλοντικής χειρουργικής επέμβασης πρέπει να εκτίθεται η αμοιβή του χειρουργού ιατρού, του αναισθησιολόγου, τα έξοδα του χειρουργείου, η δαπάνη παραμονής στην κλινική και η διάρκεια αυτής. Αν η αναφορά αυτή δεν συγκεντρώνει την απαιτούμενη κατά νόμο επάρκεια δημιουργείται αοριστία, η οποία δεν θεραπεύεται ούτε με παραπομπή σε έγγραφα (ΕφΛαρ. 305/2007 δημ. στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΔΣΑ).

Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 522, 524, 525, 526 και 536 ΚΠολΔ, σαφώς προκύπτει ότι, με την άσκηση της εφέσεως η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (μόνο) κατά τα καθοριζόμενα με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους όρια (ΑΠ 419/ 2004 Ε.Δ 47.146). Το Εφετείο επιλαμβανόμενο της διαφοράς εξετάζει εάν, κατ’ ορθή εφαρμογή του νόμου, το κατώτερο δικαστήριο αποφάσισε προσηκόντως ή όχι, τηρώντας την αυτή όπως και το πρωτοβάθμιο διαδικασία (ΑΠ 8/1987 ΕΔ 29.112). Συνεπώς έχει ως προς την αγωγή, (εισαγωγικό δικόγραφο), την αυτή όπως και εκείνο εξουσία (ΑΠ 414/1976 ΝοΒ 24.941, ΑΠ 622/1974 ΝοΒ 23. 173, ΕφΑΘ 110/2006 Ε.Δ 48.1477), δυνάμενο και χωρίς υποβολή ειδικού παραπόνου να εξετάσει οίκοθεν το νόμω βάσιμο αυτής και να την απορρίψειαν ελλείπουν τα κατά νόμο απαιτούμενα για την θεμελίωση της στοιχεία (ΑΠ 7/2001 ΕΔ 42.925).

Ειδικότερα, εάν νόμω βάσιμη ή αόριστη αγωγή έγινε πρωτοδίκως δεκτή κατ’ ουσία εν όλω ή εν μέρει, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί και χωρίς ειδικό παράπονο, να εξετάσει το νόμω βάσιμο και ορισμένο αυτής και να την απορρίψει για τις τυπικές αυτές πλημμέλειες (ΑΠ 1216/1997 ΕΔ 39.573, ΕφΑθ 1778/2011 ΝοΒ 2011.982, ΕφΔωδ 295/2005 δημ. Νόμος), αρκεί ο εκκαλών να ζητεί την απόρριψη της, έστω για άλλους λόγους (ΕφΑθ 6868/1988 ΝοΒ 29. 557, ΕφΑθ 1308/1987 ΕΔ 29.524).

Ειδικότερα, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έχει ως προς την αγωγή την ίδια εξουσία που έχει και το πρωτοβάθμιο και μπορεί να εξετάσει αυτεπαγγέλτως αν η αγωγή είναι νόμιμη, ορισμένη ή παραδεκτή και να την απορρίψει αν δεν στηρίζεται στο νόμο, ή αν δεν περιέχει τα απαιτούμενα στοιχεία για τη θεμελίωση της ή αν ασκήθηκε απαραδέκτως με τις διακρίσεις που επιβάλλονται από τη λειτουργία του δεδικασμένου (322 Κ.Πολ.Δ) και την αρχή της απαγόρευσης της έκδοσης επιβλαβέστερης απόφασης για τον εκκαλούντα, (536 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ). Έτσι επί εφέσεως του εναγομένου, αν η αγωγή είναι αβάσιμη, κατά το νόμο, αόριστη ή απαράδεκτη και έγινε πρωτοδίκως δεκτή κατ’ ουσία, ολικά ή κατά ένα μέρος, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί και χωρίς την υποβολή ειδικού παραπόνου, να εξετάσει αυτεπάγγελτα τις άνω ελλείψεις και να την απορρίψει ως αόριστη ή ως αβάσιμη κατά νόμο κλπ. αρκεί ο εκκαλών να ζητεί την απόρριψη της έστω και για άλλους λόγους και να μην εκδοθεί επιβλαβέστερη απόφαση γι’ αυτόν, χωρίς αντέφεση του ενάγοντος (Εφ.Αθ 4924/2012 Νόμος).

Οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι, με την … αγωγή τους, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας, εξέθεσαν ότι ο Χ οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας… ΙΧΕ αυτοκίνητο κυριότητας, νομής και κατοχής της εταιρίας με την επωνυμία… , που ήταν ασφαλισμένο για τις ζημίες έναντι τρίτων στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, προκάλεσε από υπαιτιότητα του τον τραυματισμό του δεύτερου ενάγοντος και υλικές ζημίες επί της δίκυκλης μοτοσικλέτας ιδιοκτησίας, νομής και κατοχής του πρώτου ενάγοντος, κατά το τροχαίο ατύχημα που συνέβη την .., υπό τις αναφερόμενες στην αγωγή συνθήκες. Με βάση τα παραπάνω, μετά από παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος τους με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους στο ακροατήριο που καταχωρήθηκε στα οικεία πρακτικά συνεδριάσεως και με τις προτάσεις τους, ζήτησαν να υποχρεωθεί η εναγομένη-εκκαλούσα να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 1.500 ευρώ ως αποζημίωση και στον δεύτερο ενάγοντα το ποσό των 10.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλλει στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 1.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και στον δεύτερο ενάγοντα το συνολικό ποσό των 49.360 ευρώ και δη το ποσό των 9.360 ως αποζημίωση ήτοι το ποσό των 60 ευρώ για επίσκεψη-εξέταση ιατρού, το ποσό των 3.600 ευρώ για διαφυγόντα κέρδη, το ποσό των 4.000 ευρώ για πλαστική εγχείρηση και το ποσό των 1.500 ευρώ για συνεδρίες LASER, το ποσό των 200 ευρώ για δαπάνη εξέτασης πλαστικού χειρουργού και το ποσό των 40.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, επιφυλασσομένου του ποσού των 15 ευρώ προκειμένου να παρασταθεί ως πολιτικώς ενάγων στο ποινικό δικαστήριο, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστεί η εναγομένη στα δικαστικά τους έξοδα.

Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλουμένη, αφού δίκασε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των αυτοκινητιστικών διαφορών, απέρριψε ό,τι κρίθηκε απορριπτέο, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή, υποχρέωσε την εναγομένη-εκκαλούσα να καταβάλλει στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 900 ευρώ και στον δεύτερο ενάγοντα το ποσό 10.000 ευρώ, κήρυξε την απόφαση προσωρινά εκτελεστή υπέρ του δεύτερου ενάγοντος για το ποσό των 5.000 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι ολοσχερούς εξόφλησης, αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλλει στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 500 ευρώ και στον δεύτερο ενάγοντα το ποσό των 6.728 ευρώ με τον νόμιμο τόκο από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι ολοσχερούς εξόφλησης και καταδίκασε την εναγομένη σε μέρος των δικαστικών εξόδων ποσού 500 ευρώ.

Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 520 παρ. 1 και 522 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το έγγραφο της εφέσεως πρέπει, μεταξύ των άλλων, να περιέχει αίτηση και τους λόγους αυτής. Και ως προς μεν την αίτηση, αυτή υπάρχει και είναι ορισμένη εάν ζητείται η εξαφάνιση ή μεταρρύθμιση της εκκαλούμενης αποφάσεως ως προς όλες ή μερικές από τις διατάξεις της, σχετικώς με το αιτητικό της αγωγής, ανταγωγής κ.λπ., οι δε λόγοι εφέσεως συνίστανται σε ορισμένες αιτιάσεις κατά της εκκαλούμενης αποφάσεως που αναφέρονται είτε σε παραδρομές του εκκαλούντος, είτε σε νομικά ή πραγματικά σφάλματα του δικαστή. Στα τελευταία ανάγεται και η πλημμελής εκτίμηση των αποδείξεωνη οποία επαρκώς προσδιορίζεται από τη μνεία ότι εξ αυτής οδηγήθηκε το δικαστήριο σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, χωρίς να είναι αναγκαία η εξειδίκευση των σφαλμάτων περί την εκτίμηση των αποδείξεων, αφού το Εφετείο εξαιτίας του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως (άρθρο 522 ΚΠολΔ) επανεκτιμά από την αρχή την ουσία της υποθέσεως και κρίνει την ορθότητα του διατακτικού, κατ’ άρθρ. 534 του ίδιου Κώδικα (ΑΠ 1183/1995 ΕπιθΙΚΑ 30 (1996) σελ. 193, ΑΠ 512/1994 Ε.Δ 36 (1995) σελ. 170).

Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται η εκκαλούσα-εναγομένη με τους λόγους της έφεσης αναγόμενους σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και σε πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων(πραγματικά σφάλματα) και ειδικότερα ο πρώτος λόγος της έφεσης είναι γενικά διατυπωμένος, ο δεύτερος λόγος αναφέρεται με ειδικό και ορισμένο τρόπο στο κεφάλαιο της υπαιτιότητας και ο τρίτος και ο τέταρτοςλόγος αναφέρεται στο ύψος των αγωγικών κονδυλίων που έγιναν δεκτά, ζητεί δε να εξαφανισθεί, άλλως μεταρρυθμιστεί η εκκαλουμένη, να απορριφθεί η αγωγή και να καταδικασθούν οι εφεσίβλητοι στην δικαστική της δαπάνη.

Οι εφεσίβλητοι υποστηρίζουν ότι ο πρώτος λόγος της εφέσεως είναι αόριστος και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος διότι δεν αποδίδει στην εκκαλούμενη κανένα συγκεκριμένο ουσιαστικό σφάλμα. Ο ισχυρισμός τους όμως αυτός δεν είναι βάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, διότι σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στην ανωτέρω μείζονα σκέψη η εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και η πλημμελής εκτίμηση των αποδείξεων, ως λόγος εφέσεως, επαρκώς προσδιορίζεται από τη μνεία ότι εξ αιτίας αυτής το δικαστήριο οδηγήθηκε σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, χωρίς να είναι αναγκαία η εξειδίκευση των σφαλμάτων περί την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, αφού το Εφετείο λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως επανεκτιμά από την αρχή την ουσία της υποθέσεως και κρίνει την ορθότητα του διατακτικού, κατ’ άρθρο 534 του ίδιου Κώδικα. Συνεπώς ο πρώτος λόγος έφεσης είναι ορισμένος και παραδεκτός και πρέπει να ακολουθήσει η ουσιαστική έρευνα των λόγων της κατά την ίδια διαδικασία.

Με το προεκτεθέν όμως περιεχόμενο η αγωγή, ως προς το κονδύλιο της δαπάνης για πλαστική εγχείρηση και συνεδρίες ήταν απορριπτέα ως αόριστη και επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που την έκρινε, ορισμένη κατά το μέρος αυτό, αν και ο δεύτερος ενάγων δεν προσδιόριζε και δεν διευκρίνιζε τις επί μέρους αξιούμενες δαπάνες για έξοδα κλινικής, έξοδα χειρουργείου, αμοιβή αναισθησιολόγου και πλαστικού χειρουργού καθώς και αριθμό συνεδριών LASER και στη συνέχεια (την έκρινε) νόμιμη και κατ’ ουσίαν βάσιμη ως προς το κονδύλιο αυτό, έσφαλε στην ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του νόμουκαι για το λόγο αυτό, σύμφωνα και με τις προεκτιθέμενες σκέψεις, πρέπει να γίνει δεκτή κατά ένα μέρος η έφεση, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη κατά την ως άνω διάταξη της, με την οποία κρίθηκε η αγωγή ως προς το ανωτέρω κονδύλιο ορισμένη και νόμιμη, και αφού το παρόν Δικαστήριο κρατήσει και δικάσει την αγωγή κατά το εν λόγω κονδύλιο (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), να την απορρίψει ως αόριστη ως προς το κονδύλιο αυτό και χωρίς ειδικό παράπονο δεδομένου ότι με την κρινόμενη έφεση η εκκαλούσα-εναγόμενη ζητά την εξαφάνιση της και την απόρριψη της αγωγής ως αβάσιμης, κατά το νόμο και την ουσία (ΕφΑΘ 1404/2014 Νόμος).

Κατά τα άρθρα 523 παρ. 1 και 591 παρ. 1 περ. ζ’ του ΚΠολΔ, όπως το τελευταίο ισχύει μετά την τροποποίηση του με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α’ 87/23.7.2015) και που εφαρμόζεται και στην προκειμένη περίπτωση, καθώς οι διατυπώσεις άσκησης της αντέφεσης κρίνονται κατά τον νόμο που ισχύει κατά τον χρόνο της άσκησης της (άρθρο 12 ΕισΝΚΠολΔ, Εφ.Θεσ. 2165/2017 δημ.  Νόμος,  ΕφΘεσ 1730/2003 Αρμ 2004.1398,  Μ.  Μαργαρίτη ΕρμΚΠολΔ έκδ. 2012 στο άρθρο 523 σελ. 923 αριθ. 2), ο εφεσίβλητος μπορεί, και αφού περάσει η προθεσμία της έφεσης, να ασκήσει αντέφεση ως προς τα κεφάλαια της απόφασης που προσβάλλονται με την έφεση και ως προς εκείνα που συνέχονται αναγκαστικά με αυτά, και αν ακόμη αποδέχτηκε την απόφαση ή παραιτήθηκε από την έφεση. Στις περιπτώσεις των ειδικών διαδικασιών (άρθρα 591 επ. ΚΠολΔ), η αντέφεση ασκείται με ποινή απαραδέκτου με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται και επιδίδεται στον αντίδικο τουλάχιστον οκτώ (8) ημέρες πριν από τη συζήτηση, η οποία ορίζεται υποχρεωτικά κατά την ημερομηνία συζήτησης της κύριας υπόθεσης. Ο δεύτερος των εφεσίβλητων με τις από 23.4.2018 προτάσεις, τις οποίες κατέθεσε στον αρμόδιο Γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου στις 2.5.2018 άσκησε αντέφεση παραπονούμενος ότι κακώς έγινε δεκτή η ένσταση συντρέχοντος πταίσματος στις σωματικές του βλάβες λόγω του ότι δεν έφερε προστατευτικό κράνος δεδομένου του ότι οι σωματικές βλάβες που υπέστη είναι εκτός προστασίας του κράνους και κακή εκτίμηση των αποδείξεων ως προς το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποιήσεως, το οποίο έχει προσβληθεί με την έφεση. Επομένως, η αντέφεση που άσκησε με τις από 2.5.2018 έγγραφες προτάσεις του ο δεύτερος εφεσίβλητος, και όχι με ιδιαίτερο δικόγραφο που να έχει επιδώσει προς την αντίδικο του εκκαλούσα οκτώ (8) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση της υπόθεσης, πρέπει, συνεκδικαζόμενη με την έφεση για λόγους διευκόλυνσης και επιτάχυνσης της δίκης και μείωσης των δαπανών (άρθρα 31, 246 Κ.Πολ.Δ), να απορριφθεί ως απαράδεκτη, να μην επιβληθούν, όμως, δικαστικά έξοδα σε βάρος του αντεκκαλούντος, γιατί η αντεφεσίβλητη εναγομένη δεν υποβλήθηκε σε δικαστικά έξοδα από την άσκηση της.

Από την επανεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου.., αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

  Στις 25.6.2014 και ώρα 11.30 π.μ, ο δεύτερος ενάγων-εφεσίβλητος, οδηγώντας, την με αριθμό κυκλοφορίας… δίκυκλη μοτοσικλέτα ιδιοκτησίας, νομής και κατοχής του πρώτου ενάγοντος-εφεσίβλητου, στην οδήγηση της οποίας είχε προστηθεί, εκινείτο επί της επαρχιακής οδού Αμαλιάδας-Καρδαμά, με κατεύθυνση προς Αμαλιάδα. Κατά τον ίδιο χρόνο, ο Χ, μη διάδικος στη παρούσα δίκη, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας… ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας, νομής και κατοχής της εταιρίας με την επωνυμία…, που ήταν ασφαλισμένο για τις έναντι τρίτων προκληθείσες ζημίες στη εναγομένη-εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρία, εκινείτο επί της ανωτέρω οδού, έχοντας σταθμεύσει παροδικά αυτό στο αριστερό ρεύμα κυκλοφορίας με κατεύθυνση προς Καρδαμά… Όταν ο Χ προσπάθησε να εισέλθει ξαφνικά με το ΙΧΕ αυτοκίνητο του πραγματοποιώντας στροφή 180° από το αριστερό ρεύμα κυκλοφορίας του οδοστρώματος που ήταν προσωρινά σταθμευμένο στο δεξιό ρεύμα κυκλοφορίας του οδοστρώματος με κατεύθυνση προς Αμαλιάδα, χωρίς να περιμένει να ελευθερωθεί το οδόστρωμα από τα διερχόμενα οχήματα, απέκλεισε ξαφνικά και απροειδοποίητα την πορεία της ερχόμενης κανονικά στο ρεύμα κυκλοφορίας μοτοσικλέτας που οδηγούσε ο δεύτερος ενάγων, με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί στην πορεία της διαγωνίως δεξιά και η τελευταία, να επιπέσει με το εμπρόσθιο τμήμα της στην εμπρόσθια δεξιά πόρτα, καθρέπτη και γωνία (δεξιά), του αυτοκινήτου που οδηγούσε, εν συνεχεία ο οδηγός απώλεσε τον έλεγχο έτσι ώστε η μοτοσικλέτα να εκτραπεί δεξιά και αφού σύρθηκε επί του πεζοδρομίου σε απόσταση 1,5 μ., προσέκρουσε σε κολώνα φωτισμού της ΔΕΗ εκριζώνοντας αυτή από την βάση της και ρίπτοντας την επί του πεζοδρομίου, ακινητοποιούμενη τελικά επί του πεζοδρομίου καθώς και ο ίδιος (οδηγός) να πέσει επί του δεξιού πεζοδρομίου του ρεύματος κυκλοφορίας του. Το αποτέλεσμα της σύγκρουσης ήταν αφενός ο τραυματισμός του δεύτερου ενάγοντος-εφεσιβλήτου και αφετέρου οι υλικές ζημίες της δίκυκλης μοτοσικλέτας ιδιοκτησίας, νομής και κατοχής του πρώτου ενάγοντος-εφεσίβλητου, όπως αυτά θα περιγραφούν κατωτέρω. Η υπό τις συνθήκες αυτές, τέλεση του ατυχήματος οφείλεται στην αποκλειστική υπαιτιότητα του Χ, μη διαδίκου στην παρούσα δίκη. Ειδικότερα, ο τελευταίος, εισήλθε στο ρεύμα κυκλοφορίας του δεύτερου ενάγοντος-εφεσίβλητου, ανεξέλεγκτα και χωρίς προηγουμένως να ελέγξει την συχνότητα της κίνησης και να περιμένει να ελευθερωθεί το ρεύμα κυκλοφορίας που επρόκειτο να διασχίσει, λαμβανομένης υπόψη και της θέσης του δεύτερου ενάγοντος… αν δεν είχε επιχειρήσει να εισέλθει ανεπίτρεπτα σχεδόν διαγωνίως δεξιά σίγουρα θα είχε αποφευχθεί η σύγκρουση.

Στοιχεία που να θεμελιώνουν κάποια υπαιτιότητα του δεύτερου ενάγοντος-εφεσίβλητου, και δη ανεπίτρεπτη υπέρβαση του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο Χ εκ δεξιών δεν προέκυψε από την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού… Ο πλήρης αιφνιδιασμός του οδηγού του τελευταίου οχήματος, απέκλεισε τη δυνατότητα εκτέλεσης οποιασδήποτε αποφευκτικής ενέργειας του (ελιγμού ή πέδησης). Σημειώνεται δε ότι υπέρβαση του ορίου ταχύτητας από τον δεύτερο ενάγοντα δεν αποδείχθηκε… Επίσης η έλλειψη άδειας ικανότητας οδήγησης δίκυκλης μοτοσικλέτας κυλινδρισμού κινητήρα 248, δεδομένης την ύπαρξης άδεια οδήγησης για ΙΧΕ και δίκυκλου οχήματος μικρότερου κυβισμού, δεν συνδέεται αιτιωδώς με το επίδικο ατύχημα αφού δεν αποδείχθηκε και το δικαστήριο δεν πείσθηκε ότι το ατύχημα προκλήθηκε από εσφαλμένο χειρισμό του κατά την οδήγηση… Γι’ αυτό η ένσταση της εναγομένης περί συνυπαιτιότητας στην πρόκληση του ατυχήματος (άρθρο 300 ΑΚ) πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Εφόσον τα ίδια δέχθηκε και η προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και με αντικατάσταση της αιτιολογίας αυτής, απορρίπτοντας την ανωτέρω ένσταση, δεν έσφαλε και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις. Επομένως, ο δεύτερος λόγος εφέσεως πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Εξ αιτίας της συγκρούσεως ο δεύτερος ενάγων-εφεσίβλητος τραυματίσθηκε και μεταφέρθηκε με το ΕΚΑΒ στο Γ. Ν. Ηλείας, στη  Νοσηλευτική Μονάδα Αμαλιάδας… με εκτεταμένα θλαστικά τραύματα μετωπιαίας χώρας αριστερά κροταφικά και αριστερού ωτός και κατάγματα κρανίου…

Από τις ανωτέρω σωματικές βλάβες αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος ενάγων κατά την οδήγηση της δίκυκλης μοτοσικλέτας δεν φορούσε προστατευτικό κράνος, αν και υποχρεούταν (άρθ. 12.6 και 101 ΚΟΚ), με δεδομένο τον τραυματισμό που αυτός υπέστη, θλαστικά τραύματα κεφαλής και ωτός και κάταγμα κρανίου μετωποκροταφικά αριστερά. Η παράλειψη του αυτή συντέλεσε αποφασιστικά στον τραυματισμό τουενόψει του είδους της σωματικής βλάβης που υπέστη, όπως προαναφέρθηκε, μόνη δε σωματική βλάβη που δεν συνδέεται αιτιωδώς με την χρήση κράνους είναι αυτή του κατάγματος αυχενικής μοίρας σπονδυλικής στήλης και δη πλαγίου ογκώματος Α6 δεξιά. Συνεπώς, η ένσταση συντρέχοντος πταίσματος (αρθ. 6 ΓΣΠΝ/1911, 300 Α.Κ και 101 ΚΟΚ) που προβάλλει η εναγόμενη πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή κατά ποσοστό 30% και ως ουσιαστικά βάσιμη. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε ότι το ποσοστό συνυπαιτιότητας του ενάγοντος είναι 70% έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, το δικαστήριο όμως δεν μπορεί να εκδώσει επιβλαβέστερη απόφαση για την εκκαλούσα-εναγομένη και να αυξήσει τα ποσά των κονδυλίων αφού οι ενάγοντες-εφεσίβλητοι δεν άσκησαν έφεση και η ασκηθείσα με τις προτάσεις αντέφεση του δεύτερου ενάγοντος-εφεσίβλητου απορρίφθηκε και η εκκαλούσα-εναγομένη με την υπό κρίση έφεση προέβαλε τον λόγο κακής εκτίμησης των αποδείξεων εννοώντας την εις βάρος της κακή εκτίμηση.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο β’ ενάγων, εξεταζόμενος από τον πλαστικό χειρουργό… έφερε, συνεπεία του ατυχήματος, τρεις ουλές επιμήκεις, δύσμορφες με εμβύθιση στην αριστερή μετωποκροταφική περιοχή, καθώς και μία ουλή στην οπισθο-ωτιαία περιοχή αριστερά μήκους 3-4 εκ., που είναι σε διάσταση και δημιουργούν τοπική υπαισθησία, κνησμό και αισθητικό έλλειμμα. Η επανορθωτική διαδικασία των ως άνω ουλών απαιτεί επιτέλεση επεμβάσεως.., ενώ μετεγχειρητικώς θα χρησιμοποιηθεί η τεχνολογία των ακτίνων laser για λειτουργική και αισθητική βελτίωση. Αποδεικνύεται δε ότι, παρά την επανορθωτική χειρουργική διαδικασία, η δυσμορφία, καίτοι θα βελτιωθεί, εντούτοις δεν θα εξαλειφθεί. Λόγω δε του νεαρού της ηλικίας του δευτέρου ενάγοντος (22 ετών κατά το χρόνο του ενδίκου ατυχήματος) και της αισθητικής, της έκτασης και του είδους των μετατραυματικών ουλών κρίνεται αναγκαία τόσο η ως άνω αποκαταστατική αυτών επέμβαση όσο και η μετεγχειρητική αντιμετώπιση με laser. Επομένως, ο τέταρτος λόγος της εφέσεως-δεύτερο σκέλος πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Τέλος, το Δικαστήριο, ενόψει των συνθηκών που έλαβε χώρα το επίδικο ατύχημα, τον τραυματισμό του δεύτερου ενάγοντος-εφεσίβλητου (είδος-έκταση), την ηλικία του (22 ετών κατά τον χρόνο του ατυχήματος), τον χρόνο νοσηλείας του στο νοσοκομείο (25.6.2014 έως 29.6.2014), της αποκλειστικής υπαιτιότητας του Χ, μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, στην πρόκληση του ατυχήματος, της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης των μερών (φυσικών προσώπων και δη ο δεύτερος εναγόμενος-εφεσίβλητος απασχολούταν ως βοηθός σερβιτόρου), εκτός της ασφαλιστικής εταιρίας, της συνυπαιτιότητάς του στην πρόκληση του τραυματισμού του, της ταλαιπωρίας ψυχικής και σωματικής που δοκίμασε από τον τραυματισμό του, της δυσμορφίας στο πρόσωπο…, και τις εν γένει περιστάσεις, όπως εκτιμώνται με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, κρίνει… ότι πρέπει να επιδικασθεί στον δεύτερο ενάγοντα, το ποσό των 15.015 ευρώ, το οποίο κρίνεται εύλογο και δίκαιο για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη, από τον τραυματισμό του. Επομένως, ο τρίτος λόγος της εφέσεως πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Αποτέλεσμα του ατυχήματος, ως ελέχθη, ήταν να υποστεί υλικές ζημίες η δίκυκλη μοτοσικλέτα του πρώτου ενάγοντος-εφεσίβλητου… Ειδικότερα, η μοτοσικλέτα υπέστη σημαντικές υλικές ζημιές που καθιστούν ασύμφορη την επισκευή αυτής-οικονομική καταστροφή αυτής… Δηλαδή, η αξία της επισκευής αυτής, συνυπολογιζομένης και της μείωσης της εμπορικής της αξίας κατά ποσοστό 10% (90 ευρώ) είναι μεγαλύτερη της αξίας που είχε το όχημα πριν την σύγκρουση.

Επομένως…, ο πρώτος ενάγων-εφεσίβλητος ζημιώθηκε κατά το ανωτέρω ποσό 800 ευρώ, ελλείψει πρότασης ένστασης συνυπολογισμού ζημίας-οφέλους (σώστρα). Μετά δε την ανωτέρω οικονομική καταστροφή στις 24.7.2014 δηλώθηκε ακινησία και παρέδωσε τις πινακίδες της … Τέλος, το Δικαστήριο, ενόψει των συνθηκών που έλαβε χώρα το ατύχημα, του είδους και της έκτασης των υλικών ζημιών που υπέστη η δίκυκλη μοτοσικλέτα ιδιοκτησίας του πρώτου ενάγοντος-εφεσιβλήτου, της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης των μερών (φυσικών προσώπων), εκτός της ασφαλιστικής εταιρίας, της στεναχώριας, που, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, δοκίμασε στη θέα των υλικών ζημιών του οχήματος του και της οριστικής αποστέρησης της χρήσης του, αφού η επισκευή του ήταν οικονομικά ασύμφορη, κρίνει ότι πρέπει να επιδικασθεί το ποσό των 500 ευρώ, το οποίο κρίνεται εύλογο και δίκαιο για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη. Επομένως, ο τέταρτος λόγος της εφέσεως-πρώτο σκέλος πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Κατόπιν των ανωτέρω, το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο που κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα, ως προς τα ανωτέρω αγωγικά κονδύλια, έστω και με διαφορετική εν μέρει  αιτιολογία, την οποία αιτιολογία το Δικαστήριο τούτο αντικαθιστά με την ορθή παραπάνω αιτιολογία (αρθρ. 534 ΚΠολΔ), όπως αναλυτικά έχει εκτεθεί χωρίς να πρέπει να εξαφανιστεί, η εκκαλουμένη απόφαση, εφόσον η εσφαλμένη αιτιολογία δεν περιέχει στοιχεία διατακτικού και δεν δημιουργεί δεδικασμένο (Εφ Αθ 8662/2007 δημ. Νόμος, Σαμουήλ «Η έφεση», έκδοση Ε’ σελ. 427 παρ. 1136), ορθά εφήρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, τα δε περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα στην κρινόμενη έφεση, κρίνονται ως αβάσιμα και απορριπτέα. Μετά από αυτά, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος εφέσεως προς εξέταση, πρέπει η υπό κρίση έφεση να απορριφθεί κατά το άνω μέρος ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν.

Εάν η απόφαση είναι καταψηφιστική ή αναγνωριστική και εξαφανίζεται εν μέρει μόνον, δύναται, χάριν της ενότητος της εκτελέσεως εν ευρεία έννοια, να εξαφανισθεί και κατά τις μη θιγόμενες καταψηφιστικές ή αναγνωριστικές διατάξεις της ή να αναδιατυπωθούν αυτές, ώστε η απόφαση του Εφετείου να έχει ενιαίο διατακτικό (ΑΠ 748/1984 Ε.Δ 26.642, Εφ.Πειρ 464/2011 ΕΝΑΥΤΔ 2012.8) ενώ,όταν εξαφανίζεται ολικώς ή μερικώς η εκκαλούμενη απόφαση, εξαφανίζεται ολικώς και το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων, λόγω της αναγκαιότητας ενιαίου καθορισμού των δικαστικών εξόδων ως προς όλα τα κεφάλαια της αποφάσεως (ΑΠ 192/1998 Ε.Δ 39.825, Εφ.Π 716/2011 ΕΝΑΥΤΔ 2012.107).

Ενόψει όλων των ανωτέρω πρέπει:

α) Η … με τις προτάσεις ασκηθείσα αντέφεση να απορριφθεί ως απαραδέκτως ασκηθείσα. Δικαστικά έξοδα σε βάρος του αντεκκαλούντος δεν επιβάλλονται, δεδομένου του ότι, όπως προαναφέρθηκε, η αντεφεσίβλητη εναγομένη δεν υποβλήθηκε σε δικαστικά έξοδα από την άσκηση της.

β) Να γίνει τυπικά δεκτή η έφεση κατά της υπ’ αριθ. 63/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας.

γ) Να γίνει δεκτή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη αλλά κατά ένα μέρος η έφεση κατά τη διάταξη της εκκαλουμένης απόφασης που έκρινε ορισμένο το κονδύλιο της δαπάνης για πλαστική εγχείρηση και συνεδρίες και ακολούθως δέχτηκε ως ουσιαστικά βάσιμο το ως άνω κονδύλιο.

Ακολούθως να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση μόνο κατά τη διάταξη αυτής που έκρινε ορισμένο το κονδύλιο της δαπάνης για πλαστική εγχείρηση και συνεδρίες και ακολούθως δέχτηκε ως ουσιαστικά βάσιμο το ως άνω κονδύλιο, να κρατηθεί η υπόθεση ως προς το ανωτέρω, να δικασθεί η αγωγή ως προς το ανωτέρω, να απορριφθεί κατά το παραπάνω κονδύλιο και χάριν της απόκτησης ενιαίου τίτλου εκτέλεσης, να γίνει δεκτή εν μέρει κατά τα λοιπά, να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλλει στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των εννιακοσίων (900) ευρώ και στον δεύτερο ενάγοντα το ποσό δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι ολοσχερούς εξόφλησης, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλλει στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ και στον δεύτερο ενάγοντα το ποσό των πέντε χιλιάδων εβδομήντα οκτώ (5.078) ευρώ με τον νόμιμο τόκο από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι ολοσχερούς εξόφλησης.

Τέλος, μετά την μερική εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης και ως προς την περί δικαστικής δαπάνης διάταξη της, τα δικαστικά έξοδα αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας πρέπει να επανακαθορισθούν, η δε εναγομένη-εκκαλούσα να καταδικασθεί σε μέρος της δικαστικής δαπάνης των εναγόντων-εφεσιβλήτων και για τους δύο βαθμούς ανάλογο με την έκταση της νίκης των τελευταίων (άρθρα 183, 178, 191.2 Κ.Πολ.Δ). Περαιτέρω  κατ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 495 παρ. 4 ΚΠολΔ όπως, αυτή προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του νόμου 4055/2012 και ισχύει από 2-4-2012, ενόψει της μερικής νίκης της εκκαλούσης πρέπει να της επιστραφεί το κατατεθέν από αυτήν παράβολο.

                                                                                    ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ την από 28.11.2016 και με αριθμ. εκθ. καταθ… έφεση και την από 2.5.2018 με τις προτάσεις ασκηθείσα αντέφεση.

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ως απαράδεκτη την … με τις προτάσεις ασκηθείσα αντέφεση.

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά την έφεση κατά της υπ’ αριθμ. 63/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας.

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει κατ’ ουσίαν την έφεση κατά τη διάταξη της εκκαλουμένης απόφασης που έκρινε ορισμένο το κονδύλιο της δαπάνης για πλαστική εγχείρηση και συνεδρίες και ακολούθως δέχτηκε ως ουσιαστικά βάσιμο το ως άνω κονδύλιο.

ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την εκκαλουμένη απόφαση μόνο κατά τη διάταξη αυτής που έκρινε ορισμένο το κονδύλιο της δαπάνης για πλαστική εγχείρηση και συνεδρίες και ακολούθως δέχτηκε ως ουσιαστικά βάσιμο το ως άνω κονδύλιο.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την απόδοση στην εκκαλούσα του παραβόλου υπέρ Δημοσίου, που μνημονεύεται στο σκεπτικό.

ΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση ως προς το ανωτέρω.

ΔΙΚΑΖΕΙ την αγωγή ως προς το ανωτέρω.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή κατά το παραπάνω κονδύλιο.

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγομένη να καταβάλλει στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των εννιακοσίων (900) ευρώ και στον δεύτερο ενάγοντα το ποσό δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι ολοσχερούς εξόφλησης.

ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλλει στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ και στον δεύτερο ενάγοντα το ποσό των πέντε χιλιάδων εβδομήντα οκτώ (5.078) ευρώ με τον νόμιμο τόκο από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι ολοσχερούς εξόφλησης.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την εναγομένη να καταβάλλει στους ενάγοντες το ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας.

Δικονομική η αυτοτέλεια Αγωγής και συνταξιοδοτικής έφεσης (αρθ.66 ΚΠΣΣ).

ΕΣ 484/2018 Ολομ.ΠΙΛΟΤΙΚΗ ΜΕ 108Α, ΠΡΟΣΟΧΗ ΜΕΤΑΣΤΡΟΦΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ( βλ. παλαιές αντίθετες ΕΣ Ολ. 3097/2010, 3247/20111387/2012) ΕΦΟΣΟΝ Η ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΓΙΝΕΙ ΔΕΚΤΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 49 ΠΔ 1225/81 ΤΟ ΕΣ ΔΙΑΠΛΑΣΣΕΙ ΑΝΑΔΡΟΜΙΚΑ ΤΗΝ ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΙΚΗ ΕΝΝΟΜΗ ΣΧΕΣΗ , Η ΑΓΩΓΗ ΠΟΥ ΑΦΟΡΑ ΤΟ ΙΔΙΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΔΙΑΣΤΗΜΑ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΤΑΙ. Η ΑΥΤΟΤΕΛΕΙΑ ΤΗΣ ΑΓΩΓΗΣ ΣΤΗ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ ΜΟΝΟ ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΙ ΟΧΙ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΗ, ΔΕΔΟΜΕΝΟΥ ΟΤΙ ΤΟ ΠΑΡΑΝΟΜΟ ΠΛΕΟΝ ΔΕΝ ΥΦΙΣΤΑΤΑΙ (ΜΕΙΟΨ.).

 

Ευθύνη μελών ΔΣ ανωνύμου εταιρίας κατα το 115§1 ν.2238/1992 ακόμη και μετά την λήξη της θητείας τους.

ΣτΕ 1183-7/4.6.2018, τμ. Στ΄Επταμελής: ΤΑ ΜΕΛΗ ΔΣ Ανωνύμου εταιρίας και οι διευθύνοντες σύμβουλοι ευθύνονται κατ΄άρθρο 115§1 ν. 2238/1992 και μετά τη λήξη του χρόνου θητείας τους για την καταβολή φορολογικών οφειλών της εταιρίας.
Αναιρείτσι η υπ’ αριθμ. 751/2013 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Ευθύνη μελών ΔΣ ανωνύμου εταιρίας ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΛΗΞΗ ΤΗΣ ΘΗΤΕΙΑΣ ΤΟΥΣ λόγω παραίτησης ή επειδή έχει παρέλθει το ανώτατο όριο παράτασης της θητείας τους, που, κατά το άρθρο 19 παρ. 1 του ν. 2190/1920, δεν δύναται να υπερβαίνει τα έξι έτη, εφόσον δεν αποδεικνύουν στην τελευταία αυτή περίπτωση ότι, επιδεικνύοντας τη δέουσα επιμέλεια, προέβησαν σε ενέργειες για τον ορισμό νέας διοίκησης ή ότι εμποδίστηκαν δικαιολογημένα να προβούν σε σχετικές ενέργειες. Ειδικότερα, τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου ανώνυμης εταιρείας, πριν τη λήξη της θητείας τους, οφείλουν να συγκαλούν την Γενική Συνέλευση των μετόχων για τον ορισμό νέου Διοικητικού Συμβουλίου, σε κάθε δε περίπτωση, αν δεν υφίσταται νόμιμη εκπροσώπηση της εταιρείας, μπορούν με αίτησή τους να ζητήσουν διορισμό προσωρινής διοίκησης από το δικαστήριο κατ’ άρθρο 69 Α.Κ., η οποία, αν και δεν ευθύνεται η ίδια για τα χρέη της εταιρείας (βλ.ΣτΕ 2030/2004 επταμ.), έχει όμως την υποχρέωση να προβεί σε ενέργειες για τον ορισμό νέου Διοικητικού Συμβουλίου αυτής.
Για την απαλλαγή των ανωτέρω προσώπων από την υποχρέωση καταβολής του οφειλόμενου από την εταιρεία φόρου εισοδήματος, σε περίπτωση που κατά τη λύση της εταιρείας έχει ορισθεί νέα διοίκηση, θα πρέπει να έχει γνωστοποιηθεί εγκαίρως στην αρμόδια αρχή, από οποιονδήποτε, η εμφιλοχωρήσα μεταβολή στα πρόσωπα αυτά ή θα πρέπει τα ίδια αυτά πρόσωπα να ισχυριστούν και να αποδείξουν στο δικαστήριο ότι, κατά τον κρίσιμο χρόνο, άλλο πρόσωπο είχε με νόμιμο τρόπο αναλάβει την διοίκηση της εταιρείας ή ότι τα ίδια από λόγους ανεξάρτητους της θέλησής τους (ανωτέρα βία, ειδικές συνθήκες κλπ) εμποδίστηκαν να προβούν σε ενέργειες για τον ορισμό νέας διοίκησης της εταιρείας.
Θυμίζω οτι τα πρόσωπα αυτά δεν μπορούν να ασκήσουν προσφυγή αλλά ως τρίτα ασκούν μόνο “διευρυμένη” ανακοπή του 217 ΚΔΔ κατά της ατομικής ειδοποίησης.

 

Αρχή της ηπιότερης φορολογικής κύρωσης.

ΣτΕ 1438/29.6.2018, Β τμ. 7μ, Πιλοτική δεν επικυρώνει τις λύσεις της παραπεμπτικής 3249/2018 του Διοικ. Πρωτοδικείου Αθηνών. Αρχή της ηπιότερης φορολογικής κύρωσης. Δεν λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη ενόψει το ειδικού άρθρου 79§5 του ΚΔΔ, εκτός εάν η υπόθεση έχει σύνδεσμο με το ενωσιακό δίκαιο, οπότε ως αρχή του Πρωτογενούς ενωσιακού δικαίου λαμβάνεται. Η φορολογία εισοδήματος και εν γένει η άμεση φορολογία , δεν αποτελούν υποθέσεις με επαρκείς ενωσιακούς συνδέσμους. Ως αρχή απορρέουσα απο το ΕΣΔΑ πρέπει να προταθεί απο τον προσφεύγοντα , το δίκαιο της ΕΣΔΑ δεν λαμβάνεται ομοίως αυτεπαγγέλτως στις φορολογικές δίκες. Είναι Γενική Αρχή , διαχρονική, του διοικητικού δικαίου που κρίνεται ΕΙΔΙΚΆ ΚΑΙ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΈΝΑ σε κάθε υπόθεση (ratione temporis) εκτός απο το γενικό θέμα της τυχόν εν γένει αντισυνταγματικότητας της αυτής καθ΄ εαυτής της διάταξης ως προς το εάν πρέπει να καταλαμβάνει εκκρεμείς δίκες. Συνεπώς σε κάθε δίκη θα πρέπει ο προσφεύγων με ειδικό λόγο της προσφυγής του ή πρόσθετο λόγο να προβάλλει κατά τρόπο συγκεκριμένο με μαθητικούς και λογιστικούς υπολογισμούς τον σχετικό ισχυρισμό και όχι όπως συνήθως γίνεται με γενικολογίες και αφηρημένη επίκληση της αρχής. Το άρθρο 49 του Ν. 4509/2017 δεν τροποποιεί το ούτως ή άλλως ειδικό άρθρο 79§5 ΚΔΔ, αλλά έχει το νόημα οτι πρέπει εντός διμήνου απο 1.1.2018, χρόνος ισχύος του Νόμου, για τις εκκρεμείς δίκες ο προσφεύγων να καταθέσει προσθέτους λόγους με το σχετικό ισχυρισμό κατά πλήρη τρόπο ορισμένο. Το Διοικητικό Πρωτοδικείο εκδίδει στη περίπτωση αυτή προδικαστική και καλεί την Φορολογική Αρχή να αναπτύξει τις απόψεις της και να αντικρούσει τους λογιστικούς υπολογισμούς του προσφεύγοντα. Δεν διατάσσει νέα συζήτηση επ΄ακροατηρίου.

ΟλΑΠ 10/2018

προθεσμία των ενδίκων μέσων της εφέσεως και της αναιρέσεως επί αποφάσεων που εκδόθηκαν μέχρι 31.12.2015 και δεν έχουν επιδοθεί, εξακολουθεί να είναι τριετής.

 

Με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, ο οποίος επέφερε ριζικές αλλαγές στον ΚΠολΔ, τροποποιήθηκαν πολλές διατάξεις του τρίτου βιβλίου του ΚΠολΔ (άρθρα 495-590), που αφορούν τα ένδικα μέσα και τις ανακοπές, μεταξύ των οποίων και το άρθρο 564 παρ. 3, στο οποίο ορίσθηκε ότι «αν η απόφαση δεν επιδόθηκε, η προθεσμία της αναίρεσης είναι δύο (2) έτη και αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη». Η ίδια διάταξη, πριν την τροποποίησή της, όριζε ότι «αν η απόφαση δεν επιδόθηκε, η προθεσμία της αναίρεσης είναι τρία χρόνια και αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη». Περαιτέρω, στο άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του ίδιου νόμου και υπό τον τίτλο «μεταβατικές και άλλες διατάξεις» περιλήφθηκε μεταβατική διάταξη, σύμφωνα με την οποία «οι διατάξεις για τα ένδικα μέσα και τις ειδικές διαδικασίες των άρθρων 591-645 εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από τις 1.1.2016 ένδικα μέσα και αγωγές», ενώ στην παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι «κατά τα λοιπά, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά σε επιμέρους διατάξεις, η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από 1.1.2016». Η αιτιολογική έκθεση του ν. 4335/2015 ορίζει, όσον αφορά τις μεταβατικές διατάξεις, τα εξής: «Με τις παραγράφους 1-4 των μεταβατικών διατάξεων ρυθμίζεται το χρονικό σημείο έναρξης ισχύος των διατάξεων του προτεινόμενου σχεδίου νόμου, κατά τρόπον ώστε να παρέχεται ο αναγκαίος χρόνος προσαρμογής στις νέες ρυθμίσεις όλων των παραγόντων της δικαιοσύνης». Η ως άνω μεταβατική διάταξη, όμως, που περιορίζεται μόνο στην πρόβλεψη ότι οι διατάξεις για τα ένδικα μέσα εφαρμόζονται σε όσα εξ αυτών ασκούνται μετά την 1.1.2016, κάθε άλλο παρά σαφής είναι και για το λόγο αυτό οι σχετικές θεωρητικές προσπάθειες, αλλά -το κυριότερο- και οι πρώτες δικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται μετά την 1.1.2016 περιέχουν συχνά εκ διαμέτρου αντίθετες προσεγγίσεις των νέων ρυθμίσεων, που διακυβεύουν σε μεγάλο βαθμό την απαιτούμενη ασφάλεια δικαίου. Με τη φραστική διατύπωση της ανωτέρω μεταβατικής διάταξης ανέκυψαν ζητήματα διαχρονικού δικαίου στο δίκαιο της αναίρεσης, καθώς ο νομοθέτης δεν διακρίνει μεταξύ των διατάξεων που αφορούν στη διαδικασία άσκησης και συζήτησης του ενδίκου αυτού μέσου από εκείνες που αναφέρονται στο παραδεκτό και στην προθεσμία άσκησης αυτού, με συνέπεια, κατά γραμματική ερμηνεία, να μπορεί να υποστηριχθεί ότι η διάταξη καταλαμβάνει όλες τις εφέσεις και αναιρέσεις που κατατίθενται από 1.1.2016, ανεξαρτήτως του χρόνου δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης. Ως εκ τούτου, είναι αναγκαία η προσφυγή στις διαχρονικού δικαίου διατάξεις του ΕισΝΚΠολΔ. Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 24 παρ. 1 του ΕισΝΚΠολΔ, το παραδεκτό των ενδίκων μέσων, το επιτρεπτό των προβαλλόμενων λόγων και ο χρόνος της άσκησης κρίνονται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο που δημοσιεύεται η απόφαση, ενώ σύμφωνα με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, οι διατάξεις των άρθρων 518 παρ. 2, 545 παρ. 5 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ εφαρμόζονται και στις αποφάσεις που εκδόθηκαν πριν από την εισαγωγή του. Από την αντιπαραβολή μεταξύ των δύο παραγράφων τίθεται το ερμηνευτικό ζήτημα, αν η προθεσμία για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης (αλλά και της έφεσης δεδομένης της ταυτότητας του λόγου) θα πρέπει να κριθεί με βάση την αρχή του άρθρου 24 παρ. 1 του ΕισΝΚΠολΔ, η οποία αναφέρεται στο παραδεκτό (στοιχείο του οποίου αποτελεί και το εμπρόθεσμο του ενδίκου μέσου) ή στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου, η οποία αναφέρεται ειδικά στις καταχρηστικές προθεσμίες. Προκειμένου να καταστεί αντιληπτή η λειτουργία της παρ. 2 του άρθρου 24 του Εισ ΝΚΠολΔ, σκόπιμο είναι να υπομνησθεί ότι υπό την ισχύ της ΠολΔ/1835 δεν προβλεπόταν καταχρηστική προθεσμία για την άσκηση του ενδίκου μέσου της έφεσης ή της αναίρεσης. Σύμφωνα με το άρθρο 752 ΠολΔ/1835 οριζόταν τριακονθήμερη προθεσμία για την άσκηση έφεσης, που αφετηριαζόταν από την επίδοση της απόφασης, η οποία παρατεινόταν για επιπλέον 30 ημέρες αν ο διάδικος ή ο νόμιμος αντιπρόσωπός του ήταν εγκατεστημένοι στην αλλοδαπή ή ήταν αγνώστου διαμονής (άρθρο 754 ΠολΔ/1835). Αν παραλειπόταν η επίδοση ή η τυχόν γενόμενη ήταν ελαττωματική, το δικαίωμα άσκησης έφεσης υπέκειτο στη «συνήθη» παραγραφή του ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 756 ΚΠολΔ/1835). Ανάλογη ρύθμιση ίσχυε και αναφορικά με την προθεσμία άσκησης της αναίρεσης (άρθρο 520 ΚΠολΔ/1835). Κατ’ αποτέλεσμα, η ρύθμιση του άρθρου 24 παρ. 2 του ΕισΝΚΠολΔ αποβλέπει να θεραπεύσει τα πρακτικής φύσεως θέματα τα οποία αναμενόταν ότι θα ανακύψουν από την εισαγωγή των νέων καταχρηστικών προθεσμιών του ΚΠολΔ, με τις οποίες επερχόταν σημαντική σύντμηση της προθεσμίας άσκησης των ενδίκων αυτών μέσων.

Διαπιστώνεται, επομένως, ότι η αντιδιαστολή μεταξύ των δύο παραγράφων του άρθρου 24 αναδεικνύει μια ουσιώδη διαφορά στη λειτουργία τους. Η παρ. 1 αποτυπώνει μια ευρύτερη διαχρονικού δικαίου αρχή, σύμφωνα με την οποία τόσο το παραδεκτό των ενδίκων μέσων όσο και το επιτρεπτό των προβαλλόμενων με αυτά λόγων κρίνονται δυνάμει του νόμου που ισχύει κατά το χρόνο δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης.Αντίθετα, η παρ. 2 του άρθρου 24 του ΕισΝΚΠολΔ κατέτεινε στη θεραπεία μιας συγκεκριμένης πρακτικής αναγκαιότητας, που ήγειρε η θέσπιση το πρώτον καταχρηστικών προθεσμιών για την άσκηση ενδίκων μέσων κατά τον ΚΠολΔ. Υπό την έννοια αυτή εύστοχα εκφράζονται αμφιβολίες για το κατά πόσον αποδίδει γενικότερη αρχή του διαχρονικού δικαίου.

Πάντως, υπό την ισχύ του ν. 4335/2015, με αφορμή τη σύντμηση της καταχρηστικής προθεσμίας για την άσκηση της έφεσης ή της αναίρεσης, υποστηρίχθηκε η ερμηνευτική εκδοχή ότι το ζήτημα θα πρέπει να αντιμετωπισθεί αποκλειστικά στο πλαίσιο της μεταβατικής ρύθμισης του άρθρου ένατου παρ. 2 του ν. 4335/2015 (ΑΠ 1640/2017, 1176/2017). Υπό την ερμηνευτική αυτή εκδοχή υποστηρίζεται ότι ο δικονομικός νομοθέτης απέκλινε με το ν. 4335/2015 συνειδητά από την ως άνω διαχρονικού δικαίου αρχή του ΕισΝΚΠολΔ, χωρίς να αφήσει το ζήτημα αρρύθμιστο, ώστε να μπορεί να καλυφθεί το κενό μέσω της προσφυγής στο άρθρο 24 παρ. 1 του ΕισΝΚΠολΔ, η οποία εξαρτούσε το παραδεκτό της αναίρεσης από το νόμο που ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως έπραξε ο νομοθέτης του ν. 3994/2011, ο οποίος ρητά επανέλαβε την ως άνω διάταξη του ΕισΝΚΠολΔ στη μεταβατική διάταξη του άρθρου 72 παρ. 2 του νόμου εκείνου, ορίζοντας ειδικότερα ότι «Το παραδεκτό των ενδίκων μέσων, το επιτρεπτό των προβαλλόμενων λόγων και ο χρόνος της άσκησής τους κρίνονται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο που δημοσιεύεται η απόφαση». Η άποψη αυτή βασίζεται στην ευρεία διατύπωση της μεταβατικής διάταξης του ν. 4335/2015, στο γενικό σκοπό του ν. 4335/2015, που είναι η επιτάχυνση της πολιτικής δίκης, και στον ειδικό σκοπό της διάταξης, για συρρίκνωση της καταχρηστικής προθεσμίας για άσκηση ενδίκων μέσων. Υπό αυτή την εκδοχή όλες οι αποφάσεις που εκδόθηκαν εντός του έτους 2013 και οι οποίες δεν είχαν προσβληθεί με το ένδικο μέσο της έφεσης ή της αναίρεσης μέχρι και τις 31.12.2015, κατέστησαν απρόσβλητες με το αντίστοιχο ένδικο μέσο από την 1.1.2016 και τούτο διότι, αν κατατεθεί εντός του έτους 2016 η έφεση ή η αναίρεση, το εμπρόθεσμο αυτών θα κριθεί με βάση τη νέα, ήδη παρελθούσα, διετή προθεσμία και όχι με βάση την παλαιά τριετή προθεσμία, που θα συμπληρωνόταν κάποια στιγμή εντός του έτους 2016. Σε κάθε περίπτωση, κατά την ίδια ως άνω άποψη, οι διάδικοι που πίστευαν ότι είχαν τριετή προθεσμία προς άσκηση έφεσης ή αναίρεσης, είχαν στη διάθεσή τους ικανό χρονικό διάστημα, μεγαλύτερο των πέντε μηνών, εφόσον ο ν. 4335/2015 δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης στις 23.7.2015, προς ενημέρωσή τους και προς εμπρόθεσμη άσκηση ενδίκου μέσου. Υπό την ίδια ερμηνευτική εκδοχή αποκρούεται η δυνατότητα ερμηνευτικής προσφυγής στον κανόνα του άρθρου 24 παρ. 2 ΕισΝΚΠολΔ, με το επιχείρημα ότι η τελευταία προσιδίαζε στην αντιμετώπιση συγκεκριμένων αναγκών που ανέκυπταν κατά την εισαγωγή του ΚΠολΔ, διότι τότε δεν προβλεπόταν καταχρηστική προθεσμία προς άσκηση έφεσης ή αναίρεσης, αλλά παραγραφή αυτής. Οι υποστηρικτές της ανωτέρω θέσης ισχυρίζονται περαιτέρω ότι, παρότι τα ένδικα μέσα αποτελούν μία πρόσθετη εγγύηση τελειότερης απονομής της δικαιοσύνης, ο κοινός νομοθέτης μπορεί όχι μόνο να περιορίσει αυτά, αλλά και να αποκλείσει εντελώς την άσκησή τους, με σκοπό την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη απονομή της δικαιοσύνης, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι τούτο γίνεται κατά τρόπο γενικό και δεν καταλαμβάνει και ήδη ασκηθέντα ένδικα μέσα, διότι η πρόσβαση στα ένδικα μέσα δεν κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα της χώρας μας, ούτε από το άρθρο 6 παρ. 1 της Σύμβασης της Ρώμης για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, ούτε από το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τα επιχειρήματα της ανωτέρω άποψης, όμως, προϋποθέτουν σαφή νομοθετική διάταξη, ως προς την κατάργηση ή τη συρρίκνωση του δικαιώματος άσκησης έφεσης και αναίρεσης, ώστε να κριθεί αν οι διάδικοι είχαν ασφαλή πληροφόρηση και επαρκή χρόνο. Αν αυτό ίσχυε, δυσχερώς, πράγματι, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι οι διάδικοι αιφνιδιάστηκαν.

Ωστόσο, η μεταβατική διάταξη του άρθρου ένατου παρ. 2 του ν. 4335/2015 ουδόλως, κατά τα προεκτεθέντα, φέρει τα εχέγγυα της απαιτούμενης για την εμπέδωση της ασφάλειας δικαίου σαφήνειας. Περίτρανη απόδειξη αυτού αποτελεί το γεγονός ότι η θεωρία άμεσα εξέφρασε εντονότατο προβληματισμό ως προς την αληθή έννοια της γενικής διατύπωσης της διάταξης αυτής και κατά την κρατούσα θέση της προέκρινε τη μη εφαρμογή της στο επίμαχο ζήτημα. Την ανωτέρω κυρίαρχη στη θεωρία άποψη έχουν υιοθετήσει και οι αποφάσεις 519/2017 και 520/2017 του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τις οποίες σε όσες αποφάσεις δημοσιεύτηκαν πριν την 1.1.2016 η καταχρηστική προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης είναι τριετής και όχι διετής, δηλαδή προέκρινε η άποψη αυτή την ερμηνευτική άρση του προβλήματος μέσω της προσφυγής στη διαχρονικού δικαίου αρχή του άρθρου 24 παρ. 1 του ΕισΝΚΠολΔ, εστιάζοντας στην άρση των ατόπων και ανισοτήτων που θα μπορούσαν να ανακύψουν μεταξύ των διαδίκων από την ενδεχόμενη επιλογή αναδρομικής ισχύος τέτοιων νεότερων διατάξεων, που συντέμνουν τις καταχρηστικές αυτές προθεσμίες. Το άτοπο της στενής γραμματικής ερμηνείας του άρθρου ένατου παρ. 2 του ν. 4335/2015 αναδεικνύεται και από το εξής παράδειγμα: αίτηση αναίρεσης κατ’ απόφασης που είχε δημοσιευθεί σε χρόνο μεγαλύτερο της διετίας και μικρότερο της τριετίας πριν την άσκηση της αναίρεσης θα ήταν παραδεκτή ως εμπρόθεσμη αν ασκείτο μέχρι τις 31.12.2015, ενώ θα ήταν απαράδεκτη ως εκπρόθεσμη αν ασκείτο μετά την 1.1.2016, αφού θα είχε, εν τω μεταξύ, συμπληρωθεί η διετής προθεσμία από τη δημοσίευσή της. Αν ο νομοθέτης ήθελε κάτι διαφορετικό, που θα οδηγούσε σε απώλεια του δικονομικού δικαιώματος ασκήσεως ενδίκου μέσου μέσα στη νέα καταχρηστική προθεσμία, θα έπρεπε είτε να το ορίσει ρητά είτε να προβλέψει συγκεκριμένη προθεσμία, εντός της οποίας θα όφειλε να ασκηθεί τυχόν ένδικο μέσο κατά αποφάσεως που δημοσιεύθηκε σε χρόνο μεγαλύτερο των δύο ετών από τη θέση σε ισχύ του νέου νόμου ή από την άσκηση του ενδίκου μέσου. Εξάλλου, η προσήλωση στη φραστική διατύπωση του άρθρου ένατου παρ. 2 του ν. 4335/2015 θα ήγειρε ανυπολόγιστους κινδύνους ανασφάλειας δικαίου και διάψευσης της εύλογης πεποίθησης και δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των συναλλασσομένων από ενδεχόμενη απώλεια κρίσιμων προθεσμιών και δικαιωμάτων.

Γι’ αυτούς κυρίως τους λόγους, η ρύθμιση του ως άνω νόμου πρέπει να υποχωρήσει υπέρ της θεμελιώδους διαχρονικού δικαίου αρχής, που διατυπώνεται στο άρθρο 24 παρ. 1 ΕισΝΚΠολΔ, δηλαδή να εφαρμόζεται επί της προθεσμίας των ενδίκων μέσων και εναντίον των αποφάσεων που δεν έχουν επιδοθεί ο κατά το χρόνο της δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης ισχύων νόμος. Έτσι, ως προς τις δημοσιευόμενες πριν την έναρξη ισχύος του ν. 4335/2015 αποφάσεις, που είχαν εκδοθεί αντιμωλία των διαδίκων και δεν είχαν επιδοθεί και καταστεί τελεσίδικες ή αμετάκλητες, εξακολουθεί να ισχύει η τριετής καταχρηστική προθεσμία προσβολής τους με αναίρεση (πρβλ ΟλΑΠ 296/1974 στην αντίστροφη περίπτωση της αύξησης της ως άνω καταχρηστικής προθεσμίας από διετή, κατά το άρθρο 817 παρ. 4 της ΠολΔ, σε τριετή με τον ΚΠολΔ/1968). Η με τον τρόπο αυτό τελολογική προσέγγιση του άρθρου ένατου παρ. 2 του ν. 4335/2015 συντελεί στην εγκαθίδρυση αισθήματος εμπιστοσύνης του πολίτη και άρσης οποιασδήποτε ανασφάλειας δικαίου. Άλλωστε, υπέρ της ερμηνευτικής αυτής αντίληψης συνεπικουρεί και η διάταξη του άρθρου 13 παρ. 2 ΕισΝΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία «η διάρκεια των προθεσμιών που είχαν αρχίσει πριν από τη εισαγωγή του ΚΠολΔ και δεν έχουν λήξει, καθώς και η παρέκτασή τους, κρίνονται σύμφωνα με το δίκαιο που ίσχυε πριν την εισαγωγή του, η παράταση όμως, η αναστολή και η διακοπή τους εξαιτίας γεγονότων που επήλθαν μετά την εισαγωγή του ΚΠολΔ κρίνονται με βάση τις διατάξεις του».

Συνεπώς, κατά την πλειοψηφούσα άποψη του παρόντος Δικαστηρίου, η ένδικη από 25.5.2016 αίτηση αναίρεσης κατά της 45/31.5.2013 μη επιδοθείσας τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόντος την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση στις 27.5.2016, είναι παραδεκτή, ως εμπροθέσμως ασκηθείσα.

Κατά τη γνώμη, όμως, των από τα μέλη του Δικαστηρίου Βασιλείου Πέππα, Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ειρήνης Κιουρτσόγλου-Πετρουλάκη, Γεωργίου Λέκκα, Αντιπροέδρων του Αρείου Πάγου και των Αρεοπαγιτών Ιωάννη Φιοράκη, Χρήστου Τζανερίκου και Λουκά Μόρφη, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, και το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 του ίδιου νόμου, προκύπτει με σαφήνεια ότι επί αιτήσεως αναιρέσεως, η οποία ασκείται με την κατάθεση του σχετικού δικογράφου στη γραμματεία του εκδόντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου μετά την 1.1.2016 και στρέφεται κατ’ αποφάσεως που έχει δημοσιευθεί πριν από την πιο πάνω ημερομηνία χωρίς να έχει επιδοθεί, η προθεσμία για την άσκησή της είναι διετής από τη δημοσίευσή της, καθόσον η διάταξη του άρθρου ένατου παρ. 2 του ν. 4335/2015 είναι ειδική και ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι οι διάδικοι αιφνιδιάστηκαν από την επελθούσα με το ν. 4335/2015 νομοθετική μεταβολή, ενόψει της ευρείας δημοσιότητας που δόθηκε στην τροποποίηση του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας με τον πιο πάνω νόμο, καθώς και του μακρού χρόνου που μεσολάβησε από τη δημοσίευση αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (23.7.2015) μέχρι την έναρξη της ισχύος του (1.1.2016). Επομένως, κατά την άποψη αυτή, η ένδικη αίτηση αναίρεσης είναι εκπρόθεσμη. Κατά την εν μέρει αποκλίνουσα, όμως, άποψη τριών μελών αυτού και ειδικότερα των Πηνελόπης Ζωντανού, Μαρίας Χυτήρογλου, Αντιπροέδρων του Αρείου Πάγου και Νικολάου Πιπιλίγκα Αρεοπαγίτη, κατά τη διάταξη του άρθρου 24 παρ. 2 ΕισΝΚΠολΔ, η οποία είναι ειδικότερη εκείνης της παρ. 1 του ιδίου άρθρου, αφού με αυτήν ρυθμίζονται ειδικά οι καταχρηστικές προθεσμίες των ενδίκων μέσων και η οποία εφαρμόζεται και στην κρινόμενη περίπτωση, ορίζεται ότι οι διατάξεις των άρθρων 518 παρ. 2, 545 παρ.5 και 564 παρ. 3 εφαρμόζονται και στις αποφάσεις που εκδόθηκαν πριν την εισαγωγή του και ότι οι προθεσμίες που καθορίζονται από τις διατάξεις αυτές αρχίζουν από την έναρξη ισχύος αυτού του νόμου. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 2 ΕισΝΑΚ, η οποία απηχεί γενικότερη επί του ρυθμιζομένου θέματος διαχρονικού δικαίου αντίληψη του νομοθέτη, ορίζεται ότι αν ο χρόνος παραγραφής του Κώδικα είναι συντομότερος από αυτόν που προβλέπει το ως τώρα δίκαιο, υπολογίζεται ο συντομότερος από την εισαγωγή του Κώδικα και αρχίζει από αυτήν. Στην περίπτωση όμως που ο χρόνος παραγραφής του έως τώρα δικαίου συμπληρώνεται νωρίτερα από το χρόνο που ορίζεται στο Κώδικα, η παραγραφή συμπληρώνεται μόλις περάσει ο χρόνος παραγραφής του έως τώρα δικαίου. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι η νέα διάταξη του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, με την οποία καθιερώνεται διετής καταχρηστική προθεσμία από τη δημοσίευση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, έχει εφαρμογή επί αιτήσεων αναίρεσης που ασκούνται μετά την 1.1.2016 και στρέφονται κατ’ αποφάσεων που δημοσιεύθηκαν πριν τη χρονολογία αυτή (έναρξη ισχύος του ν. 4335/2015), υπό την έννοια ότι δεν είναι επιτρεπτή, ως εκπρόθεσμη, η άσκηση αυτών μετά την 1η Ιανουαρίου 2018, οπότε συμπληρώνεται η διετής προθεσμία που προβλέπει η νέα διάταξη του άρθρου 564 παρ.3 από την 1η Ιανουαρίου 2016 (έναρξη εφαρμογής του ν. 4335/2015) και η οποία αποτελεί το απώτατο χρονικό όριο για την άσκηση αναίρεσης. Στη περίπτωση όμως που εντός της πιο πάνω διετίας (1.1.2016-1.1.2018) λήγει η τριετής καταχρηστική προθεσμία, ως εκ του χρόνου δημοσίευσης της πριν την 1.1.2016 εκδοθείσας απόφασης που προσβάλλεται με την αίτηση αναίρεσης, η ανωτέρω προθεσμία λήγει κατά την χρονολογία αυτή κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 564 παρ.3 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε προηγουμένως, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 24 παρ. 2 ΕισΝΚΠολΔ και 18 παρ. 2 εδ β ΕισΝΑΚ, αναλόγως εφαρμοζομένης και επί προθεσμιών (πρβλ ΟλΑΠ 296/1974 στην αντίστροφη περίπτωση της αύξησης της ως άνω καταχρηστικής προθεσμίας από διετή κατά το άρθρο 817 παρ.4 της ΠολΔ σε τριετή με τον ΚΠολΔ/1968). Στην προκειμένη περίπτωση η ένδικη από 27.5.2016 αίτηση αναίρεσης, η οποία στρέφεται κατά της υπ’ αριθμό 45/31.5.2013 απόφασης του (Τριμελούς) Εφετείου Κέρκυρας έχει ασκηθεί εντός της κατά το άρθρο 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε προηγουμένως, τριετούς καταχρηστικής προθεσμίας, αφού η προσβαλλομένη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 31.5.2013 και η αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε τη προσβαλλομένη απόφαση στις 27.5.2016 με αριθμό 13/27.5.2016, χωρίς κατά το χρόνο άσκησής της να έχει παρέλθει η 1.1.2018 με την πάροδο διετίας αρχομένης από την 1.1.2016, ημερομηνία έναρξης εφαρμογής του ν. 4335/2015. Επομένως, η ως άνω αίτηση είναι παραδεκτή, ως εμπροθέσμως ασκηθείσα. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης πρέπει να συμψηφισθούν μεταξύ των διαδίκων, διότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρο 179 εδάφιο τελευταίο ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Η Ολομέλεια του Δικαστηρίου αποφαίνεται ότι για αποφάσεις που δημοσιεύθηκαν πριν την 1.1.2016, χωρίς να επιδοθούν, εξακολουθεί και μετά την 1.1.2016 να ισχύει η τριετής προθεσμία για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης που προέβλεπε η διάταξη του άρθρου 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο πρώτο, άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015.

 

ΑΠ 28/2015

Ανίσχυρη η παραίτηση από το δικόγραφο της αναίρεσης κάποιων εκ των αναιρεσειόντων, επειδή πρόκειται για διαφορά που αφορά σε διανομή επικοίνου ακινήτου και ο δεσμός που συνδέει τους διαδίκους και των δύο πλευρών είναι εκείνος της αναγκαστικής ομοδικίας.

 

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 76 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία, τούτο έχει ως κύρια συνέπεια ότι οι πράξεις του καθενός ομοδίκου ωφελούν και βλάπτουν τους άλλους. Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, η κοινή διαδικαστική πορεία της παρ. 1 αποκλείει το ενδεχόμενο της διασπάσεως της δικονομικής ενότητας που απαρτίζουν οι αναγκαίοι ομόδικοι, όπως είναι οι ομόδικοι της δίκης διανομής, στην οποία λόγω της φύσεως της διαφοράς δεν μπορούν να υπάρξουν αντίθετες αποφάσεις απέναντι στους ομοδίκους. Γι’ αυτό δεν μπορεί ο ένας να συμβιβασθεί ο άλλος να αποδεχθεί την αγωγή ή να παραιτηθεί από αυτήν και ο τρίτος να συμφωνήσει διαιτητική επίλυση της επίδικης διαφοράς. Για να επιχειρηθούν οι διαδικαστικές αυτές πράξεις χρειάζεται η σύμπραξη όλων των αναγκαίων ομοδίκων, η δε τυχόν χωριστή επιχείρηση από τον ένα από αυτούς είναι ανίσχυρη τόσο έναντι των άλλων, όσο και έναντι εκείνου που τις επιχείρησε, σε κάθε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας. Στην προκειμένη περίπτωση οι δεύτερος και τρίτος των αναιρεσειόντων με την από 16.2.2009 δήλωσή τους, που υπογράφεται από τους ίδιους και τον προς τούτο εξουσιοδοτηθέντα δικηγόρο τους και έχει επιδοθεί στους έκτο και έβδομο των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι και προσκομίζουν τα επιδοθέντα σ’ αυτούς αντίγραφα, με τις οικείες σημειώσεις των διενεργησάντων τις επιδόσεις δικαστικών επιμελητών Θεσ/κης και Καστοριάς Α.Η.Κ. και Α.Π.Μ. παραιτούνται από το δικόγραφο της αναιρέσεως. Πλην όμως, κατά τα αναφερόμενα στην νομική σκέψη η παραίτηση αυτή είναι ανίσχυρη, καθόσον η επίδικη διαφορά αφορά σε διανομή επικοίνου ακινήτου και ο δεσμός που συνδέει τους διαδίκους και των δύο πλευρών είναι εκείνος της αναγκαστικής ομοδικίας και συνακόλουθα η επίμαχη παραίτηση, εφόσον δεν γίνεται από όλους μαζί τους αναιρεσείοντες δεν επιφέρει τα οριζόμενα από τις προπαρατεθείσες διατάξεις του ΚΠολΔ αποτελέσματα τόσο για τους αναιρεσείοντες, όσο και για εκείνους από τους αναιρεσίβλητους, στους οποίους επιδόθηκε (έκτο και έβδομο). Ενόψει τούτων η παραίτηση αυτή πρέπει να θεωρηθεί ανίσχυρη, μη παράγουσα ουδέν έννομο αποτέλεσμα.