ΟΙ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑΣ «ΠΕΡΙ ΟΠΛΩΝ».

Αποτελεί πλέον κοινό τόπο ότι τα τελευταία χρόνια παρατηρείται σημαντική αύξηση των εγκλημάτων που διαπράττονται με τη χρήση πυροβόλων όπλων, τόσο στη χώρα μας όσο και στο εξωτερικό, με αντίστοιχη αύξηση της παράνομης διακίνησης και  εμπορίας όπλων. Η υπόθεση του διπλού φονικού των Ανωγείων προ μηνός, επανέφερε στην επιφάνεια φλέγοντα ζητήματα όπως αυτά της οπλοκατοχής και οπλοφορίας από τους πολίτες .

Η μεταχείριση όπλων και εκρηκτικών, συνεπάγεται ενδεχόμενους κινδύνους οι οποίοι απαιτούν περιστολή. Οι ρυθμίσεις που διαλαμβάνονται στην εσωτερική νομοθεσία  με το Ν. 2168/1993 αποτελούν μια προσπάθεια του νομοθέτη για την ως άνω περιστολή. Εν πολλοίς ρυθμίζονται ζητήματα που άπτονται στην εν γένει μεταχείριση όπλων, ενώ ταυτόχρονα τυποποιούνται οι επιμέρους παράνομες συμπεριφορές σε αντίστοιχα αδικήματα, όπως για παράδειγμα η οπλοκατοχή (αρθρ. 7 επ.), η οπλοφορία (αρθρ.10) και η οπλοχρησία (άρθρ. 14).

Η επιλογή του ποινικού νομοθέτη να χρησιμοποιήσει γενικούς όρους, σχεδόν στο σύνολο των διατάξεων του ως άνω νόμου είναι συνειδητή, μεταφέροντας το βάρος της υπαγωγής στα Δικαστήρια της ουσίας, γεγονός που ωστόσο δημιουργεί συχνά ασάφειες και ανασφάλεια δικαίου.

Κατά την κρατούσα άποψη ο Ν. 2168/1993, παρά το γεγονός ότι διαλαμβάνει περισσότερες διαφορετικές μεταξύ τους εγκληματικές συμπεριφορές, αποσκοπεί κυρίως στην προστασία του εννόμου αγαθού της δημόσιας τάξης και ασφάλειας.

Τι ορίζεται όμως τελικά ως όπλο;

Για τον προσδιορισμό της έννοιας, ο νέος Νόμος 4678/2020 τροποποιεί τον παλαιότερο Ν. 2168/1993 και εναρμονίζει στην ελληνική νομοθεσία την Οδηγία 2017/853 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου. Ρητά ορίζεται στο άρθρο 1 παρ. 1 περ. ά. πως, «όπλο θεωρείται το μηχάνημα, το οποίο εκ κατασκευής, μετατροπής ή τροποποίησης, με ωστική δύναμη που παράγεται με οποιονδήποτε τρόπο εκτοξεύει σφαιρίδια ,βολίδες, βλήματα, βλαπτικές χημικές ή άλλες ουσίες, ακτίνες, φλόγες ή αέρια και μπορεί να επιφέρει κάκωση ή βλάβη της υγείας σε πρόσωπα, ή βλάβη σε πράγματα, ή να προκαλέσει πυρκαγιά καθώς και κάθε συσκευή που μπορεί να προκαλέσει με οποιονδήποτε τρόπο τα ανωτέρω αποτελέσματα».

Πρόβλημα σοβαρό ωστόσο, φαίνεται να  προκαλεί κυρίως το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1, η οποία δυστυχώς, τελικά τον καθιστά ιδιαίτερα ευρύ!

Σύμφωνα με αυτήν, όπλο θεωρείται επιπροσθέτως και κάθε αντικείμενο που «είναι πρόσφορο για επίθεση ή άμυνα...»!

Φυσικά ο Ν. 4678/2020 απαριθμεί και εξειδικεύει μεν κάποιες περιπτώσεις ώστε να οριοθετήσει κατά το δυνατόν το θεσμικό πλαίσιο, αλλά η απαρίθμηση αυτή είναι ενδεικτική και όχι περιοριστική!   Για το λόγο αυτό, τα δικαστήρια της ουσίας υπήγαγαν στην ευρεία αυτή διατύπωση, πληθώρα αντικειμένων όπως π.χ. αλυσοπρίονα, ξύλινες ράβδους, σιδηροδοκούς, μαχαίρια οικιακής χρήσεως, πέτρες, ξυραφάκια κ.α.

 Σύμφωνα με την τελικά κρατούσα άποψη, για τον χαρακτηρισμό ενός αντικειμένου ως όπλου θα πρέπει να λαμβάνεται πρωταρχικά υπόψη, πέρα από το αν αυτό είναι πρόσφορο για επίθεση ή άμυνα, ήτοι να έχει κατ΄ αντικειμενικό τρόπο τη δυνατότητα να προκαλέσει κάκωση ή βλάβη της υγείας σε πρόσωπα και υλική βλάβη σε πράγματα,  ο   αντικειμενικός προορισμός του, κατά την κοινή αντίληψη των πραγμάτων!  Άλλωστε θεωρία και νομολογία ομονοούν ως προς την ερμηνεία της διατάξεως του άρθρου 1 παρ.1 εδ β΄ και παρ2. Αποδέχονται πως  «οποιοδήποτε αντικείμενο που ήθελε επινοήσει η ανθρώπινη εφευρετικότητα, του οποίου ο αντικειμενικός προορισμός κατά την κοινή αντίληψη, είναι η επιθετική ή αμυντική ενέργεια, θα πρέπει δηλαδή εκ κατασκευής του, το αντικείμενο να προορίζεται για άμυνα ή επίθεση» (Συμβλ Πλημμ 349/2003 ΕισΠροτ Ν.Μαρκάκη ΠοινΧρ ΝΔ’).

Επί  τη βάσει των ως άνω δεν  μπορεί να θεωρηθεί επί παραδείγματι όπλο  «το μαχαίρι κουζίνας», ο αντικειμενικός προορισμός του οποίου συνίσταται στη χρησιμοποίησή του σε εργασίες μαγειρικής. Από τα λοιπά αντικείμενα δε, δεν θεωρούνται όπλα, αφού ο αντικειμενικός προορισμός τους δεν είναι η χρησιμοποίηση τους ως μέσων επιθέσεως ή άμυνας : το ψαλίδι ραπτικής, τα χειρουργικά εργαλεία, τα σφυριά, υπό την αυστηρή ωστόσο προϋπόθεση πως  τα αντικείμενα αυτά, χρησιμοποιηθούν σε χώρο που η κατοχή τους  δικαιολογείται για οικιακή ή επαγγελματική χρήση.  Ενώ αν δεν δικαιολογείται η χρήση τους τότε μόνο θα πρέπει ο δράστης να τιμωρηθεί για παράνομη οπλοφορία  (βλ. ενδεικτικά, ΑΠ 1356/1997, ΑΠ 683/2001, ΑΠ2115/2003, ΑΠ2447/2003, ΑΠ5/2005, ΜΟΔ Βέροιας 4-5-2006).

Παρατηρείται λοιπόν, πως  το –άγραφο και εν πολλοίς αξιολογικό- κριτήριο του αντικειμενικού προορισμού αποτελεί τελικά, το στοιχείο της διεύρυνσης της έννοιας του όπλου και έχει οδηγήσει σε έκδοση πληθώρας αντίστοιχων καταδικαστικών αποφάσεων προκαλώντας ουσιαστικά ανασφάλεια δικαίου στους πολίτες.

Η πρακτική αυτή δεν συμβαδίζει άλλωστε και με την ΕΣΔΑ, δεδομένου πως το Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου απαιτεί κατά την κλασσική πλέον θεώρησή του, όταν ελέγχει την ποιότητα ενός εθνικού νομοθετήματος, ο εσωτερικός νόμος να είναι προσιτός, επαρκώς ακριβής και προβλέψιμος, έτσι ώστε ο πολίτης να μπορεί να ρυθμίζει τη συμπεριφορά του σύμφωνα μ’ αυτόν.

Ως προς το ζήτημα της χρήσης όπλων ιδίως από αστυνομικούς, πρέπει να παρατηρηθεί πως έρχονται  επί της ουσίας σε αντίθεση δύο θεμελιώδεις υποχρεώσεις του κράτους! Από την μία η υποχρέωση προστασίας των εννόμων αγαθών των πολιτών και από την άλλη ο σεβασμός  παράλληλα των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Ειδικότερα, το άρθρο 2 της ΕΣΔΑ, όπως έχει ερμηνευθεί αυθεντικά από το Δικαστήριο, θεμελιώνει, πέρα φυσικά από την αρνητική απαγόρευση παράνομης αφαίρεσης της ζωής, και αντίστοιχη θετική υποχρέωση ενός κράτους, να έχει σε ισχύ ένα νομοθετικό καθεστώς ικανοποιητικό που να ρυθμίζει όλη την επικίνδυνη για τη ζωή δραστηριότητα των κρατικών οργάνων.

Κατά τη διάρκεια των χρόνων και με τις νέες ρυθμίσεις που ενσωματώθηκαν στην ελληνική Νομοθεσία ο έλεγχος των προσώπων που αιτούνται τον εφοδιασμό τους με όπλα γίνεται  σαφώς αυστηρότερος, ενώ παράλληλα θεσπίζονται ειδικές και ασφαλείς διαδικασίες για την εισαγωγή, εξαγωγή, επισκευή, εμπορία όπλων και εκρηκτικών υλών καθώς και για την οπλοφορία και κατοχή όπλων.

 Ωστόσο παρά την εναρμόνιση της νομοθεσίας μας με τις επιταγές που θέτει η Ευρώπη στα γενικά θέματα της νομοθεσίας περί όπλων, ακόμα υφίστανται σημαντικά προβλήματα νομικά αλλά και πραγματικά.

Νομικά,  όπως αναλύθηκε ανωτέρω, η ίδια η έννοια  του «όπλου» παραμένει, ακόμα και μετά τις τροποποιήσεις του νέου Νόμου 4678/2020, αρκετά  γενική και ασαφής,  με αποτέλεσμα τόσο τα δικαστήρια της ουσίας όσο και ο Άρειος Πάγος  να οδηγούνται σε τιμωρήσεις που αρκετές φορές  φαίνονται υπερβολικές.

Επί των πραγματικών ζητημάτων, απαιτούνται τόσο σε εσωτερικό όσο και σε διεθνές επίπεδο περισσότεροι έλεγχοι από τις αρμόδιες αρχές για να καταστείλουν ουσιαστικά και όχι μόνο ρηματικά το φαινόμενο της παράνομης οπλοφορίας και οπλοκατοχής.  Ενδεικτικά θα πρέπει να αναφερθεί ότι σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της ελληνικής αστυνομίας, κυκλοφορούν εντός τη επικράτειας περισσότερα από 1.000.000 παράνομα όπλα!

Δημοσιεύτηκε στην

ΟΙ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑΣ «ΠΕΡΙ ΟΠΛΩΝ».

Mετά το 1975, συνταγµατικοπολιτική µας ιστορία, είδαµε στο τέταρτο αναθεωρητικό διάβηµα

Το τέταρτο διάβημα

Η αναθεώρηση ενός δημοκρατικού συντάγματος, δεν είναι κάτι το εύκολο, γιατί η δημοκρατία είναι ένας ζωντανός, μεταβαλλόμενος οργανισμός, με συνεχείς μετατοπίσεις και προσαρμογές της ισορροπίας ανάμεσα στα ατομικά και τα κοινωνικά δικαιώματα, στις σχέσεις του λαού με τους αντιπροσώπους τους, στις σχέσεις μεταξύ της κυβερνητικής πλειοψηφίας και της αντιπολίτευσης και τελικό σκοπό την επίτευξη της συλλογικής τάξης και ασφάλειας. Συνεπώς δεν υπάρχει εκ των προτέρων τολμηρή και άτολμη αναθεώρηση, αφού η φύση της είναι πάντα συντεταγμένη, μετριαστική, συμβιβαστική, συντηρητική και η όποια επιτυχία της δεν κρίνεται hic et nunc αλλά ex post facto, πολλά χρόνια μετά. Κάθε αναθεώρηση αποτελεί arcana juris, ιδίως ως προς τη συμβολή της στη εν τέλει βελτίωση ή όχι της λειτουργίας του πολιτεύματος. Αυτό ίσως εξηγεί και την πρακτική των παλαιών δημοκρατικών κρατών να μην κάνουν εκ βάθρων αναθεωρήσεις, αλλά λιτές και στοχευμένες τροποποιήσεις μόνο διατάξεων που έχασαν στη ροή του χρόνου την κανονιστική τους δυναμική. Είναι κοινός τόπος σε αυτές τις Δημοκρατίες ότι τα όποια προβλήματα δεν τα λύνει το Σύνταγμα, αλλά οι συνθήκες του πολιτεύματος που αυτό αναπτύσσει και οι συμβολές της νομολογίας των ανωτάτων Δικαστηρίων. Αυτές είναι το «λάδι» που συντηρεί την «συνταγματική μηχανή». Κανένας νόμος ακόμη και αυτός του Συντάγματος δεν ζει εάν δεν τον υποστηρίζουν οι πολιτικοκοινωνικές δυναμικές που ως γνωστό δεν τρέφονται με αποστειρωμένη «εργαστηριακή» επιστημονική γνώση αλλά διέπονται από τον πολιτικό βολονταρισμό και καθημερινή αναμέτρηση ισχύος, που στις δημοκρατίες πρέπει να οδηγεί σε συμβιβαστικές λύσεις.

Έτσι για πρώτη φορά στην σύγχρονη, μετά το 1975, συνταγματικοπολιτική μας ιστορία, είδαμε στο τέταρτο αναθεωρητικό διάβημα, την πρόταση αναθεώρησης να την διατυπώνει και να την ολοκληρώνει διαφορετικής ιδεολογικής σύνθεσης Βουλή.

Εν προκειμένω από τις 49 διατάξεις που προτάθηκαν ως αναθεωρητέες από την προτείνουσα Βουλή της ΙΗ΄ περιόδου, μόνο 18 διατάξεις συγκέντρωσαν την απαιτούμενη πλειοψηφία και τελικά αναθεωρήθηκαν από την Θ΄ Αναθεωρητική Βουλή και μόνο τρείς εξ΄αυτών πήραν πάνω από 180 ψήφους. Από αυτές, εννέα (9) μεταβατικές διατάξεις της Ε΄ «αναθεωρητικής» Βουλής του 1975 αναμφισβήτητα ήταν ωφέλιμο που καταργήθηκαν, διότι εκ των πραγμάτων, δεν είχαν πλέον κανονιστική ύλη. Οι διατάξεις αυτές είναι: η διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 112, τα άρθρα 113, 114 παρ.1 και 2, 115 παρ. 1, 2, 3 και 4 και η διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 119 (όλες με ψήφους 297/300, τρεις βουλευτές απουσίαζαν). Συνεπώς, μετά τις αλλαγές αυτές, τα άρθρα του Συντάγματός μας παραμένουν τυπικά 120, όμως εάν προσθέσουμε τα τέσσερα (4) άρθρα με προσθήκη γράμματος ήτοι τα 5Α, 9Α, 100Α και 101Α που θεσπίστηκαν στην αναθεώρηση του 2001 αλλά και αφαιρέσουμε τα καταργηθέντα, στην Θ΄ αναθεώρηση, άρθρα 113 έως 115, έχουμε σύνολο πραγματικών άρθρων εν ισχύ 121.

Ως προς τις λοιπές αναθεωρητέες διατάξεις: α) με 190 θετικές ψήφους προστέθηκε δεύτερο εδάφιο στη παράγραφο 1 του «κοινωνικού» άρθρου 21, το οποίο θέτει κατευθυντήρια, πολιτικού χαρακτήρα, διάταξη περί κατοχύρωσης ενός ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος για τη διασφάλιση συνθηκών αξιοπρεπούς διαβίωσης όλων των πολιτών. Ως κοινωνική διάταξη αν και τελούσε αυτονοήτως σε έμμεση επιφύλαξη νόμου, ο αναθεωρητικός νομοθέτης προτίμησε να την θέσει υπο ρητή άμεση επιφύλαξη νόμου. Κατά την άποψη μου το νόημα της διάταξης, εγγυάται αορίστως όχι τον πλούτο των πολιτών αλλά την αποφυγή της εξαθλίωσής τους. Το «ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα» δεν είναι νομική έννοια αλλά κυρίως πολιτική και θα σπάνια θα μπορεί να υπόκειται σε οριακό έλεγχο από τα Δικαστήρια. Συνεπώς ο αληθινός ελεγκτής του είναι το εκλογικό σώμα. Κατά το μέτρο αυτό η διάταξη μάλλον έχει το χαρακτήρα «διάταξης – διαφήμισης» χωρίς ευδιάκριτο κανονιστικό εύρος και νοηματικό περίγυρο.

Β) Σημαντική όμως είναι η αναθεώρηση του άρθρου 32§4 και η αλλαγή στη διαδικασία εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας (ΠτΔ).

Ο ΠτΔ εκλέγεται πλέον από μία Βουλή μετά από δυνητική διαδικασία έως πέντε ονομαστικών ψηφοφοριών και βάσει νέων πλειοψηφιών. Συνακόλουθα αφού καταργείται η διάλυση της Βουλής λόγω μη ανάδειξης ΠτΔ, οι λόγοι διάλυσης της Βουλής από τέσσερις μειώνονται σε τρείς. Ενισχύεται έτσι ακόμη περισσότερο ο κοινοβουλευτικός – πρωθυπουργικοκεντρικός χαρακτήρας του πολιτεύματος μας, αφού αποκλείεται οριστικώς και η απίθανη περίπτωση να προκαλέσει έμμεσα ο ΠτΔ, με την παραίτησή του, τη διάλυση της Βουλής, εμπλεκόμενος, ανεπίτρεπτα βέβαια, με πολιτικό ρόλο στο κοινοβουλευτικό παιχνίδι. Υπό την έννοια αυτή η νέα διάταξη ενισχύει έμμεσα και το ρόλο του ΠτΔ ως ρυθμιστού του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος, αποκλείοντας ακόμη και ως υπόθεση «εργαστηρίου» την επιλογή τέτοιων πολιτικών ελιγμών.

Η διάταξη συγκέντρωσε μικρή πλειοψηφία με 158 θετικές ψήφους και 139 αρνητικές ψήφους. Υπο το προϊσχύσαν καθεστώς η ενδεχόμενη διάλυση της Βουλής και οι εκλογές είχαν ως σκοπό να ασκούν πίεση στα κόμματα να βρουν υποψήφιο ΠτΔ κοινής αποδοχής. Είχε επίσης θεωρηθεί κοινοβουλευτικά συμβατό κάποιο κόμμα να μην συναινέσει για κοινής αποδοχής υποψήφιο ώστε να εκμεταλλευτεί την δυνατότητα της διάλυσης της Βουλής και προσφυγής στις κάλπες. Το τραγικό είναι ότι αυτή η έλλειψη συναίνεσης έχει παρατηρηθεί σε περιόδους σοβαρών πολιτικοκοινωνικών κρίσεων όπως για παράδειγμα ιδίως το Δεκέμβριο του 2014 αλλά και το 1990 (με φαινόμενη συναίνεση των τότε παικτών του συστήματος). Απομένει να δούμε εάν τελικώς, η συνήθης πρακτική των τελευταίων δεκαετιών να επιλέγεται για ΠτΔ πρόσωπο κοινής αποδοχής, ήταν γέννημα της ανάγκης ή γνήσιο τέκνο της συναίνεσης των κομμάτων. Πλέον το άρθρο επιτρέπει κομματικό ΠτΔ χωρίς να θέτει θέμα «συγκατοίκησης» με αντιθέτου ιδεολογίας κυβέρνηση. Από τα συμπεράσματα των επόμενων δεκαετιών θα ξέρουμε εάν έχει αναπτυχθεί στο θέμα αυτό και σχετική συνθήκη πολιτεύματος ή απλώς επιστρέψαμε στις δεκαετίες του 1980 και 1990. Βεβαίως ο ΠτΔ έχει ως κύριο έργο του να είναι ρυθμιστής του πολιτεύματος ασκώντας την λεγόμενη μετριαστική «αρμοδιότητα» και τηρώντας ίσες αποστάσεις από όλα τα κόμματα. Αυτό όμως κυρίως έχει να κάνει με την προσωπικότητα, τις επικοινωνιακές ικανότητες και το κύρος του εκάστοτε Προέδρου και όχι με το εάν προτείνεται από το πλειοψηφούν κόμμα ή συναινετικά από περισσότερα. Ίσως από τη νέα μεταρρύθμιση αναδειχθεί ως σημαντικότερη αρετή για τον ΠτΔ η αναγνώριση και η επικοινωνιακή του ικανότητα τόσο στο εσωτερικό αλλά κυριότερα στο Διεθνή χώρο.

Τελευταίο αλλά όχι έσχατο, θα πρέπει να παρατηρήσουμε, ότι με την αναθεώρηση του άρθρου 32§4 καθίστανται συνταγματικά απολιθώματα οι εξής διατάξεις: α) του άρθρου 35§2γ, ως προς το ότι το διάταγμα της διάλυσης της Βουλής λόγω μη εκλογής ΠτΔ δεν χρήζει προσυπογραφής καθώς και β) η διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 34, ως προς το ότι ο αναπληρωτής ΠτΔ μπορεί να διαλύσει την Βουλή λόγω μη εκλογής ΠΤΔ. Ορθότερα όλο το εδάφιο αυτό είναι συνταγματικό απολίθωμα, πλην του τμήματος που ορίζει ότι ο αναπληρωτής ΠτΔ δεν έχει εξουσία διαλύσεως της Βουλής. Θα πρέπει στην επόμενη αναθεώρηση οι διατάξεις αυτές να καταργηθούν αφού έπαυσαν εκ των πραγμάτων να ισχύουν.

Γ) Προστίθεται νέα παράγραφος 4 στο άρθρο 54, που δίδει τη δυνατότητα στον κοινό νομοθέτη να καθιερώσει ειδικές διατάξεις για την άσκηση του εκλογικού δικαιώματος στους απόδημους Έλληνες. Η πρόταση της Νέας Δημοκρατίας πλειοψήφησε σε σχέση με εκείνη του ΣΥΡΙΖΑ συγκεντρώνοντας 212 θετικές ψήφους (84 αρνητικές και 1 παρών). Νομοτεχνικά έχουμε άλλη μια aperto libro προσθήκη διάταξης σε άσχετο άρθρο. Η διάταξη έπρεπε να προταθεί και προστεθεί, ως προς το πρώτο εδάφιο της, στο άρθρο 51 που ρυθμίζει το πολιτικό δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι, ως παράγραφος 6, και όχι στο άρθρο 54 που ρυθμίζει το εκλογικό σύστημα. Σε κάθε περίπτωση ο ερμηνευτής αλλά και ο εφαρμοστής είναι υποχρεωμένοι να κάνουν συστηματική ερμηνεία σεβόμενοι τα όρια που θέτει το Σύνταγμα και σκεπτόμενοι ότι η αναθεώρηση είναι πάντα συντεταγμένη και όχι πρωτογενής εξουσία. Συνεπώς η επιστολική ψήφος που αναφέρεται στο άρθρο 51§4 θεωρείται πλέον καταργηθείσα, ακόμη και εάν υποτεθεί ότι είναι αυτοπρόσωπη. Οι απόδημοι πρέπει να ψηφίζουν αυτοπροσώπως με φυσική παρουσία σε εκλογικό τμήμα και όχι επιστολικά ή με άλλο πρόσφορο τρόπο. Κατά την άποψη μου στο θέμα αυτό υπάρχει υπέρβαση των ορίων της αναθεωρητικής διαδικασίας και θα διορθωθεί σε επόμενη αναθεώρηση από τις ίδιες τις κοινωνικές και τεχνολογικές εξελίξεις που κατευθύνουν όλο τον πλανήτη σε μία διαδικτυακή (επι)κοινωνία που δύσκολα θα συμβιβάζεται με αυτοπρόσωπη παρουσία σε εκλογικά τμήματα. Περαιτέρω στα πλαίσια εξεύρεσης ενός consensu omnium, επελέγη ο δρόμος των «δυο ταχυτήτων» και ο διαχωρισμός του εκλογικού σώματος στους «ντόπιους» και τους «απόδημους», για τους οποίους, εφόσον ψηφίσουν εκτός επικράτειας, προβλέπονται οριακά ανεκτοί από πλευράς συνταγματικότητας περιορισμοί, που ναι μεν σε επίπεδο επιστημονικού εργαστηρίου θίγουν αναμφίβολα την καθολικότητα της ψήφου, αλλά στα μέτρα της ζώσας εσωτερικής κοινωνικοπολιτικής πραγματικότητας, είναι κατανοητοί, ως ένα μεταβατικό στάδιο, μέχρι να εγκαταλειφθούν οι προκαταλήψεις και οι δυσπιστίες του παρελθόντος. Πιστεύω οτι στην επόμενη αναθεώρηση, μετά το 2024, θα υπάρξει πλήρης εξομοίωση. Πάντως έγινε η «καλή αρχή».

Δ) Αναθεωρήθηκε, όπως ήταν αναμενόμενο, το άρθρο 62 περί του ακαταδίωκτου των βουλευτών με 179 θετικές ψήφους (έναντι 117 αρνητικών). Ήδη μετά την απόφαση 115/2000 της Ολομέλειας της Βουλής, το αντιπροσωπευτικό σώμα με συσταλτική ερμηνεία του άρθρου 62, κατά τρόπο φιλικό προς το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, χορηγεί υποχρεωτικά άρση της ασυλίας του βουλευτή, εάν η πράξη δεν συνδέεται με την κοινοβουλευτική δραστηριότητα και δεν υποκρύπτει πολιτική σκοπιμότητα. Να σημειωθεί ότι και ο Κανονισμός της Βουλής προς το σκοπό αυτό, τροποποιήθηκε εκ νέου το 2010, προκειμένου να θεσπιστεί ότι η Επιτροπή Κοινοβουλευτικής Δεοντολογίας, η οποία εισηγείται στην Ολομέλεια την άρση ή μη της ασυλίας, ερευνά εάν η πράξη για την οποία ζητείται αυτή συνδέεται με την πολιτική ή κοινοβουλευτική δραστηριότητα του βουλευτή ή η δίωξη, η μήνυση ή η έγκληση υποκρύπτει πολιτική σκοπιμότητα και σε αντίθετη περίπτωση εισηγείται την άρση της ασυλίας (άρθρο 83 παρ. 3 ΚτΒ). Ήδη η Θ’ Αναθεωρητική Βουλή, με την αναθεώρηση του άρθρου 62 εναρμονίζει το Σύνταγμα στην συνταγματικοπολιτική πραγματικότητα ώστε να μην είναι ανάγκη να προστρέχουμε σε αλλιώτικη εφαρμογή του νοήματος του κανόνα του άρθρου 62. Ορίζεται πλέον και ρητά ότι η Βουλή δίδει υποχρεωτικά την άδεια εφόσον η αίτηση της εισαγγελικής αρχής αφορά αδίκημα το οποίο δεν συνδέεται με την άσκηση των καθηκόντων ή την πολιτική δραστηριότητα του βουλευτή, εντός τριών (3) μηνών από της υποβολής του αιτήματος.

Ε) Αναθεωρήθηκε  με ευρεία συναίνεση (189 υπέρ, 94 κατά και 14 δήλωσαν παρόντες) το άρθρο 68§2 και προστέθηκε νέο τρίτο εδάφιο και το έως τότε τρίτο γίνεται τέταρτο. Θεσπίζεται πλέον η σύσταση μέχρι δύο μειοψηφικών εξεταστικών επιτροπών ανά κοινοβουλευτική περίοδο, εφόσον η σχετική πρόταση συγκεντρώσει 120 θετικές ψήφους, ανεξαρτήτως εάν οι αρνητικές είναι περισσότερες. Η διάταξη ενισχύει τον κοινοβουλευτικό έλεγχο από τα κόμματα της αντιπολίτευσης, αλλά πάλι η εφαρμογή της εξαρτάται από το εάν θα αναπτυχθούν οι κατάλληλες συνθήκες πολιτεύματος, δεδομένου ότι οι εξεταστικές επιτροπές έως σήμερα δεν λειτούργησαν bonis avibus.

Στ) Προστέθηκε στο άρθρο 73 και παράγραφος 6 που προβλέπει τον αμεσοδημοκρατικό θεσμό της λαϊκής νομοθετικής πρωτοβουλίας. Η ψήφιση της συγκεκριμένης διάταξης συγκέντρωσε ευρεία συναίνεση με 254 θετικές ψήφους (32 αρνητικές και 11 βουλευτές δήλωσαν παρόντες). Η σχετική πρόταση νόμου θα πρέπει να υπογράφεται από 500.000 εκλογείς και δεν μπορεί να αφορά τα δημοσιονομικά ζητήματα καθώς και θέματα της εξωτερικής πολιτικής και εθνικής άμυνας, ενώ μόνο έως δυο τέτοιες προτάσεις νόμων μπορεί να εισαχθούν σε κάθε βουλευτική περίοδο. Από νομοτεχνικής πλευράς σκόπιμο θα ήταν σε επόμενη αναθεώρηση να τροποποιηθεί και η πρώτη παράγραφος το άρθρου 73 ώστε να γραφεί οτι την νομοθετική πρωτοβουλία (και όχι «δικαίωμα» όπως εσφαλμένα αναγράφεται σήμερα) ασκούν το Εκλογικό Σώμα υπό την έννοια της παραγράφου 6, η Βουλή και η Κυβέρνηση. Ένα μελλοντικό πρόβλημα που ενδεχομένως μπορεί να γεννήσει η νομοθετική πρωτοβουλία του εκλογικού σώματος είναι ο περιορισμός του ελέγχου της συνταγματικότητας των Νόμων, ειδικά στην περίπτωση που η Βουλή ψηφίσει αυτούσια ή χωρίς σημαντικές αλλαγές την πρόταση νόμου του λαού.

Θεωρητικά δύσκολα μπορεί να νοηθεί έλεγχος ουσιαστικής συνταγματικότητας τέτοιου νόμου από δικαστήριο.

Ζ) Με την μεγαλύτερη πλειοψηφία, όπως ήταν αναμενόμενο (θετικοί ψήφος 274 βουλευτών, καμία αρνητική ψήφος, ενώ 23 βουλευτές ψήφισαν παρών), καταργήθηκε η αποσβεστική προθεσμία για την παραγραφή της υπουργικής δίωξης που προβλεπόταν στο τέταρτο εδάφιο του άρθρου 86§3. Τακτοποιήθηκε έτσι μια εκκρεμότητα από το 2001.

Η) Θεσπίστηκε η πλήρης εξομοίωση των στρατιωτικών δικαστών με τους τακτικούς δικαστές με την αναθεώρηση του  άρθρου 96§5, το οποίο ψηφίστηκε με μεγάλο αριθμό θετικών ψήφων (189 βουλευτές υπερψήφισαν, 94 βουλευτές καταψήφισαν και 14 ψήφισαν παρών).

Θ) Αναθεωρήθηκε το άρθρο 101Α και μειώθηκε η απαιτούμενη για την επιλογή των μελών των Ανεξάρτητων Αρχών πλειοψηφία από τα 4/5 στα 3/5 του όλου αριθμού των μελών της Διάσκεψης των Προέδρων. Σημαντική η πρόβλεψη της συνέχειας της λειτουργίας τους με την παράταση της θητείας των μελών τους έως ότου διοριστούν νέα. Θέμα το οποίο είχε δημιουργήσει πολλά προβλήματα στη νομολογία του ΣτΕ. Διορθώθηκε ορθολογικά έτσι ένα lapsus alumni της Αναθεώρησης του 2001 επ΄ωφελεία της λειτουργίας του θεσμού των Ανεξάρτητων Αρχών. Η διάταξη όπως ήταν αναμενόμενο συγκέντρωσε μικρή πλειοψηφία (158 θετικές ψήφους έναντι 139 αρνητικών).

Mε το από 25/11/2019 Ψήφισμα Θ’ Αναθεωρητικής Βουλής (ΦΕΚ Α΄187/28.11.2019), τέθηκε σε ισχύ το αναθεωρημένο για τέταρτη φορά Σύνταγμα του 1975, του οποίου ο σεβασμός, η τήρηση και η επιτυχία του, inter allias, εξαρτάται από τα acta e non verba

Πόρτο Ράφτη 15.6.2020

Ποινικό δίκαιο και πανδημία

Οι αυστηρές ποινές υποδεικνύουν την κρισιμότητα της κατάστασης.

Στις 11 Μαρτίου ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, κήρυξε τον ιό COVID-19 ως «πανδημία», που απειλεί την παγκόσμια υγεία. Η αντιμετώπιση αυτού του σοβαρού προβλήματος, αφορά κατά κύριο λόγο την ευρύτερη ιατρική επιστημονική κοινότητα. Ωστόσο, αρωγοί στην προσπάθειά τους αυτή, οφείλουν να είναι και άλλοι επιστημονικοί κλάδοι, οι οποίοι θα πρέπει να συνεισφέρουν με τα δικά τους μέσα στην αντιμετώπιση της κρίσης.

Η κυβέρνηση με τις από 25.2.2020 και 11.3.2020 Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου (ΠΝΠ), που είχαν ως στόχο «τον περιορισμό της διασποράς του ιού», επέβαλε περιορισμό  στην ελεύθερη κυκλοφορία των πολιτών. Στους παραβάτες θα επιβάλλεται διοικητικό πρόστιμο ύψους 150 ευρώ, ενώ στις επιχειρήσεις που παραβιάζουν τα μέτρα, επιβάλλεται με αιτιολογημένη πράξη της αρμόδιας αρχής, διοικητικό πρόστιμο (5.000) ευρώ. Μέτρα, τα οποία εν πολλοίς οι πολίτες θεώρησαν αυστηρά και τα αντιμετώπισαν  με έντονη δυσαρέσκεια. Ωστόσο,  η αλήθεια είναι πως οι διοικητικές αυτές κυρώσεις, φαντάζουν σαν  «χάδι» μπροστά στις ποινικές, που  δύναται υπό περιπτώσεις να επιβληθούν.

Το «βαρύ πυροβολικό» της νομικής επιστήμης, το ποινικό δίκαιο, στο άρθρο 285  ορίζει:

«1. Όποιος παραβιάζει τα μέτρα που έχει διατάξει ο νόμος ή η αρμόδια αρχή για να αποτραπεί η εισβολή ή η διάδοση μιας μεταδοτικής ασθένειας τιμωρείται: α) με φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κοινός κίνδυνος για ζώα , β) με φυλάκιση και χρηματική ποινή αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κίνδυνος μετάδοσης της ασθένειας σε αόριστο αριθμό ανθρώπων.

  1. Αν η παραβίαση είχε ως αποτέλεσμα μεταδοθεί η ασθένεια σε ζώα, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον τριών ετών και χρηματική ποινή, και αν είχε ως αποτέλεσμα να μεταδοθεί σε άνθρωπο, επιβάλλεται κάθειρξη έως δέκα έτη.
  2. Αν η παραβίαση είχε ως αποτέλεσμα το θάνατο άλλου επιβάλλεται κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και αν προκλήθηκε ο θάνατος μεγάλου αριθμού ανθρώπων, το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει ισόβια κάθειρξη.
  3. Όποιος στις περιπτώσεις της παρ 1 παραβιάζει τα μέτρα από αμέλεια, τιμωρείται: α) στην περίπτωση του στοιχ. α΄ με χρηματική ποινή ή παροχή κοινωφελούς εργασίας και β) στην περίπτωση του στοιχ. β΄ με φυλάκιση έως δύο έτη ή χρηματική ποινή».

Πρόκειται  για μία νέα διάταξη, η οποία τέθηκε εν ισχύ με τις ευρύτατες νομοθετικές αλλαγές του Ιουλίου του 2019 και ουσιαστικά αντικατέστησε τα άρθρα 283 και 284 του παλαιότερου ποινικού κώδικα.   Ανήκει στην κατηγορία των «κοινώς επικίνδυνων» εγκλημάτων. Χαρακτηριστικό στοιχείο αυτών των εγκλημάτων είναι  ότι δύναται να απειλήσουν ένα αόριστο αριθμό ανθρώπων. Προασπίζει το έννομο αγαθό της δημόσιας υγείας.

Ειδικότερα, πρόκειται για έγκλημα «αφηρημένης διακινδύνευσης» ή άλλως, «αφηρημένης επικινδυνότητας». Η στοιχειοθέτηση  της αντικειμενικής υπόσταση των εγκλημάτων αυτών,  αρκείται  μόνο στην  αφηρημένη διαπίστωση ότι ενδέχεται μέσω κάποιας συγκεκριμένης ενέργειας ή (παράλειψης) από πλευράς του δράστη, να επέλθει κάποιος «μελλοντικός και αβέβαιος κίνδυνος» για τη δημόσια υγεία.

Η «βασική» μορφή τους εγκλήματος που κατοχυρώνεται στην παράγραφο 1 τιμωρείται πλημμεληματικά. Αποτελεί ωστόσο, ένα «σοβαρό πλημμέλημα» δεδομένου ότι ενδέχεται να επιβληθεί  στο δράστη η αυστηρότερη ποινή που  μπορεί να επισύρει ένα πλημμέλημα, ήτοι αυτή της πενταετούς φυλάκισης! Θα πρέπει να παρατηρηθεί πως όσον αφορά τη στοιχειοθέτησή του, δεν απαιτείται να επέλθει παράλληλα και η προσβολή του εννόμου αγαθού, ήτοι η βλάβη της δημόσιας υγείας. Αυτό πρακτικά σημαίνει πως ένας φορέας του ιού, ο οποίος παραβιάζει τα μέτρα προσωπικής αυτοαπομόνωσής του (καραντίνα), από το κοινωνικό σύνολο, αυτομάτως ενέχει ποινική ευθύνη χωρίς να απαιτείται  εν τοις πράγμασι  να πλήξει  και  την υγεία  άλλων προσώπων!

Μάλιστα, κατά ρητή επιταγή της παραγράφου 4 του ως άνω άρθρου, υποκειμενικά, το έγκλημα μπορεί να τελεστεί ακόμα και με υπαιτιότητα αμέλειας!  Επί παραδείγματι, έστω πως κάποιος  έχει  συμπτώματα της μεταδοτικής νόσου (αλλά δεν είχε επιβεβαιώσει ακόμα  ότι νοσεί από αυτή), αν αντί να απομονωθεί, επιλέξει να κυκλοφορεί ελεύθερα στο κοινωνικό σύνολο, τότε ενέχει ποινική ευθύνη τουλάχιστον για τη βασική πλημμεληματική  μορφή του εγκλήματος.

Η διαφοροποίηση του εγκλήματος με υπαιτιότητα δόλου (βλ παρ 1), έναντι της αντίστοιχης από αμέλεια (βλ παρ 4) αφορά μόνο τη διαβάθμιση του αξιοποίνου και όχι  τη θεμελίωση αυτού. Έτσι, η τέλεση του εγκλήματος με αμέλεια, επισύρει «φυλάκιση έως δύο έτη και χρηματική ποινή», ενώ αν αυτό τελεστεί με πρόθεση (δόλο), τότε  ο δράστης μπορεί να τιμωρηθεί με φυλάκιση έως και πέντε έτη!

Στις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου, υπάγονται οι «διακεκριμένες» μορφές του εγκλήματος που επισύρουν κακουργηματικές ποινές!

Η διαφοροποίησή  τους σε σχέση με τη βασική μορφή του εγκλήματος της παραγράφου 1 (πλημμέλημα) έγκειται,  στο γεγονός πως για τη θεμελίωση της αντικειμενικής τους υπόστασης, δεν αρκεί απλώς και μόνο η διακινδύνευση του προστατευόμενου εννόμου αγαθού, αλλά απαιτείται  παράλληλα και βλάβη αυτού (μετατροπή σε έκ του αποτελέσματος διακρινόμενο έγκλημα)!

Έτσι, το δικαστήριο, σύμφωνα με την 2η  παράγραφο, μπορεί να επιβάλλει ποινή πρόσκαιρης καθείρξεως έως 10 ετών, αν η ασθένεια μεταδόθηκε σε άλλον άνθρωπο, ενώ κατά την παράγραφο 3,  αν η παραβίαση είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο ενός ή περισσοτέρων ανθρώπων,  μπορεί να επιβληθεί κάθειρξη πρόσκαιρη τουλάχιστον 10 ετών, έως και ισόβια! Φυσικά, οι  «διακεκριμένες» κακουργηματικές μορφές  του εγκλήματος, απαιτούν αποκλειστικά υπαιτιότητα δόλου.

Εν συνόλω το άρθρο 285 στοιχειοθετεί μια «εν λευκώ ποινική» διάταξη. Αυτό σημαίνει πως οι προϋποθέσεις της ποινικής αξιολόγησης , δεν περιγράφονται  ρητά στον συγκεκριμένο ποινικό νόμο, αλλά σε άλλους  παραπεμπόμενους νόμους (τυπικούς ή ουσιαστικούς) βλ  εν προκειμένω τις από  25.2.2020, 11.3.2020 και 20.3.2020  Πράξεις Νομοθετικού Περιερχομένου.

Στο πλαίσιο αυτό ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου εξέδωσε την από 12.3.2020 Εγκύκλιο προς τους Εισαγγελείς Εφετών και δι΄ αυτών στους Εισαγγελείς Πρωτοδικών της χώρας, τους οποίους προτρέπει να παρεμβαίνουν, κατά την κρίση τους σε «κάθε νόμιμη περίπτωση».

Ως εκ τούτου, το νομικό μας σύστημα παρουσιάζεται απόλυτα ικανό και έτοιμο να προσφέρει πολύτιμη αρωγή στις επιστήμες της υγείας, σχετικά με την αντιμετώπιση της διασποράς του ιού. Παρά ταύτα, είναι σαφές πως  το ποινικό δίκαιο, η εφαρμογή του και οι απειλούμενες ποινικές  κυρώσεις, δεν θα πρέπει να είναι ο κανόνας αλλά η εξαίρεση σε αυτή την κατάσταση! Θα πρέπει να είναι η ύστατη λύση!

Πρωτίστως, η αντιμετώπιση της κρίσης απορρέει από μέσα μας! Από την ανάγκη προστασίας της  ζωής  ημών και των συμπολιτών μας. Αυτό απαιτεί εσωτερική σοβαρότητα, υπομονή και συνέπεια όλων μας ως προς τις κατευθυντήριες  γραμμές που έχουν τεθεί από τους ειδικούς.

 

Δημοσιεύτηκε στην

Πλειστηριασμός ακινήτου. Ύπαρξη νομικών ελαττωμάτων. Δικαιώματα υπερθεματιστού.

ΑΠ 11/2015

Πλειστηριασμός ακινήτου. Ύπαρξη νομικών ελαττωμάτων. Δικαιώματα υπερθεματιστού.

 

Κατά τη διάταξη ουσιαστικού δικαίου του άρθρ. 1017 § 2 ΚΠολΔ, σε περίπτωση πλειστηριασμού πράγματος κινητού ή ακινήτου υπάρχει ευθύνη για τα νομικά ελαττώματα του πράγματος μόνον εκείνου που επέσπευσε τον πλειστηριασμό και μόνον αν αυτός γνώριζε κατά τον κρίσιμο χρόνο του πλειστηριασμού την ύπαρξη του νομικού ελαττώματος, ενώ δεν αποκλείεται ευθύνη και από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Νομικό ελάττωμα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής αποτελεί κάθε δικαίωμα τρίτου, το οποίο βαρύνει το πράγμα και μπορεί να προβληθεί και εναντίον του υπερθεματιστή, εμποδίζοντας έτσι την ελεύθερη προς αυτόν μεταβίβαση της κυριότητας του πράγματος και την άσκηση των εξουσιών που απορρέουν από αυτήν (ΑΠ 580/2006), αφού με τον πλειστηριασμό δεν εξαλείφονται τα δικαιώματα των τρίτων στο πράγμα, αλλά παραμένουν και ο υπερθεματιστής αποκτά κατά το άρθρ. 1005 ΚΠολΔ το δικαίωμα μόνο στην έκταση που το είχε εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση.

Συνεπώς ο υπερθεματιστής, ο οποίος μολονότι κατέβαλε το πλειστηρίασμα, δεν απέκτησε εντούτοις το πράγμα ελεύθερο από δικαιώματα τρίτων, όπως συμβαίνει όταν το πράγμα δεν ανήκει εξ ολοκλήρου στον καθ’ ου η εκτέλεση ή βαρύνεται με προσωπικές δουλείες, δικαιούται αφενός μεν να στραφεί εναντίον εκείνου που επέσπευσε τον πλειστηριασμό και να ασκήσει κατ’ αυτού, εφόσον, κατά το χρόνο του πλειστηριασμού, ο ίδιος μεν αγνοούσε, εκείνος όμως γνώριζε και όχι απλώς αγνοούσε, έστω από υπαιτιότητά του, την ύπαρξη του νομικού ελαττώματος (Ολ ΑΠ 1177/1984, ΝοΒ 1985.95, ΑΠ 470/2013), όσα δικαιώματα του παρέχονται από τις διατάξεις των άρθρ. 514-516, 382 του ΑΚ, που ρυθμίζουν την ευθύνη του πωλητή για νομικά ελαττώματα του πωλούμενου πράγματος (ΑΠ 1313/2009), αφού ο πλειστηριασμός είναι ιδιόρρυθμη σύμβαση πώλησης, ενεργούμενη υπό το κύρος της Αρχής και τελειούμενη με την κατακύρωση (ΟλΑΠ 12/2008, ΑΠ 1036/2009, 1022/2009, 866/2004), αφετέρου δε να ασκήσει τις αξιώσεις του από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό εναντίον όποιου ενέχεται προς απόδοσή του κατά τις διατάξεις των άρθρ. 904-913 του ΑΚ, σύμφωνα με τις οποίες προϋπόθεση για τη θεμελίωση της σχετικής αξίωσης είναι η ύπαρξη πλουτισμού του λήπτη χωρίς νόμιμη αιτία και η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία άλλου, στερείται δε νόμιμης αιτίας και επομένως είναι αδικαιολόγητος ο πλουτισμός που δεν καλύπτεται από έγκυρη βούληση του ζημιωθέντος ή κατ’ εξαίρεση από τη θέληση του νομοθέτη, ενώ νόμιμη αιτία δικαιολόγησης του πλουτισμού, εκτός από τη βούληση του ζημιωθέντος ή του νομοθέτη, είναι και το αντάλλαγμα που τυχόν παρέχει ο λήπτης του πλουτισμού, δηλαδή η οικονομική θυσία του έναντι του αποκτώμενου πλουτισμού, η οποία, αν είναι ισάξια με αυτόν, ανταποκρίνεται πλήρως στην εξισωτική αποστολή του θεσμού του αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΑΠ 2266/2013).

Ειδικότερα, ο υπερθεματιστής δικαιούται, κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρ. 380 του ΑΚ, στην οποία παραπέμπει το άρθρ. 382 του ίδιου Κώδικα, να θεωρήσει, σε περίπτωση νομικού ελαττώματος του πράγματος, ότι έχει απαλλαγεί από την υποχρέωση καταβολής του πλειστηριάσματος και με βάση τη διάταξη του άρθρ. 389 § 2 του ίδιου επίσης Κώδικα να αρνηθεί την καταβολή του και να το αναζητήσει κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, εάν το έχει ήδη καταβάλει (ΑΠ 453/2006, 872/1973), χωρίς μάλιστα να είναι αναγκαίο να επιδιώξει προηγουμένως την ακύρωση του πλειστηριασμού, εφόσον γίνει δεκτή η άποψη ότι δικαιούται να ζητήσει για την αιτία αυτή την ακύρωσή του (Μπρίνιας, ΑναγκΕκτ2, 1982, V § 657 σ. 2168).

  ΄Έτσι αν έχει ήδη γίνει η διανομή του πλειστηριάσματος στους δανειστές, υπόχρεοι να επιστρέψουν στον υπερθεματιστή το πλειστηρίασμα που κατέβαλε αυτός για πράγμα βαρυνόμενο με νομικό ελάττωμα, δεν είναι οι δανειστές, αφού αυτοί εισέπραξαν μεν από το πλειστηρίασμα εν όλω ή εν μέρει τις απαιτήσεις τους κατά του καθ’ ου η εκτέλεση, με αντίστοιχη όμως απόσβεση των απαιτήσεών τους (άρθρ. 416, 417 ΑΚ) και συνεπώς υπό την έννοια αυτή δεν κατέστησαν αδικαιολόγητα πλουσιότεροι σε βάρος του επισπεύδοντος, όπως αντίθετα έγινε ο καθ’ ου η εκτέλεση, αφού με τη διανομή του πλειστηριάσματος στους δανειστές του και την απόσβεση έκτοτε εν όλω ή εν μέρει των εναντίον του απαιτήσεών τους απαλλάχθηκε αντίστοιχα του χρέους του προς αυτούς, έναντι όμως ανύπαρκτου ή κατώτερου από μέρους του ανταλλάγματος, γι’ αυτό ο ίδιος και όχι οι δανειστές του νομιμοποιείται παθητικά στην ασκούμενη από τον υπερθεματιστή αγωγή επιστροφής του πλειστηριάσματος (ΑΠ 1523/2006, 860/1977 ΝοΒ 1978.695, 110/1982 ΝοΒ 1982.1258).

    Ο καθ’ ου η εκτέλεση νομιμοποιείται παθητικά ως εναγόμενος και όταν δεν έχει συνταχθεί πίνακας κατάταξης δανειστών ή οι δανειστές δεν έχουν εισπράξει ακόμη τις απαιτήσεις τους από το πλειστηρίασμα, αφού, κατά την ορθότερη και κρατούσα γνώμη, με την καταβολή του πλειστηριάσματος από τον υπερθεματιστή στο συμβολαιογράφο που διενήργησε τον πλειστηριασμό, αυτό αποτελεί έκτοτε στοιχείο της περιουσίας του καθ’ η εκτέλεση (Μπέης Δ 1978.576, Μπρίνιας, ΑναγκΕκτ2, 1979, ΙΙ § 349 σ. 893, V, 1982, § 656 σ. 2166, Νικολόπουλος στον ΚΠολΔ Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα ΙΙ, 2000, άρθρ. 1017 αριθ. 4, Νίκας, ΔικΑναγκΕκτ ΙΙ, 2012,  § 49 αριθ. 56 σ. 427) και η απόφαση που τον υποχρεώνει να το επιστρέψει στον υπερθεματιστή ισχύει και μπορεί κατά τα άρθρ. 325 αριθ. 3 και 919 αριθ. 1 ΚΠολΔ να εκτελεστεί και κατά του συμβολαιογράφου, που κατέχει το πλειστηρίασμα για λογαριασμό του καθ’ ου η εκτέλεση ως θεματοφύλακας.

        Με δεδομένο, ωστόσο, ότι με την οριστική κατάταξη των δανειστών στο σχετικό πίνακα αυτοί αποκτούν κατά του συμβολαιογράφου του πλειστηριασμού και κατ’ επέκταση και κατά του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, στο οποίο ο συμβολαιογράφος υποχρεούται να καταθέσει κατά το άρθρ. 965 § 4 ΚΠολΔ το πλειστηρίασμα, ενοχική αξίωση προς απόδοση σ’ αυτούς του μέρους του πλειστηριάσματος, στο οποίο οι ίδιοι κατατάχθηκαν, ορθά επίσης υποστηρίζεται ότι αυτοί γίνονται κατά την εν λόγω αξίωση και μέχρι την είσπραξή της, οπότε τότε μόνον αποσβήνεται η αντίστοιχη απαίτησή τους κατά του καθ’ ου η εκτέλεση, αδικαιολόγητα πλουσιότεροι σε βάρος του υπερθεματιστή και δικαιούται συνεπώς αυτός να στραφεί και εναντίον τους και να ζητήσει να του εκχωρήσουν την ως άνω αξίωσή τους με καταδίκη τους σε σχετική δήλωση βουλήσεως κατά το άρθρ. 949 ΚΠολΔ (Σταθόπουλος στον ΑστΚωδ Γεωργιάδη/Σταθόπουλου IV, 1982, άρθρ. 904 αριθ. 129 σ. 638 – 639).

        Σε κάθε περίπτωση ο υπερθεματιστής έχει μεν έννομο συμφέρον, επικαλούμενος την ύπαρξη νομικού ελαττώματος στο πράγμα που πλειστηριάστηκε και κατακυρώθηκε σ’ αυτόν, να ζητήσει, στρεφόμενος κατά του καθ’ ου η εκτέλεση, να αναγνωριστεί η υποχρέωση του τελευταίου να του επιστρέψει το όλο ή μέρος του πλειστηριάσματος που αδικαιολόγητα, λόγω του νομικού ελαττώματος, κατέβαλε, δεν δικαιούται όμως, στρεφόμενος κατά των δανειστών που κατατάχθηκαν στο σχετικό πίνακα, να ζητήσει να αναγνωριστεί ότι αυτοί δεν έχουν δικαίωμα είσπραξης του πλειστηριάσματος για το οποίο κατατάχθηκαν, ενόσω δεν έχει ακόμη εκχωρηθεί η αξίωσή τους σ’ αυτόν. Αντίστοιχα δεν δικαιούται να ζητήσει με την ανακοπή του άρθρ. 583 ΚΠολΔ την ακύρωση του πίνακα κατάταξης των δανειστών, χωρίς να έχει ήδη ακυρωθεί ο πλειστηριασμός ή να ζητείται παράλληλα η ακύρωσή του, αφού, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρ. 970, 971, 974-980 ΚΠολΔ, ο συμβολαιογράφος δεν δικαιούται, για όσο εξακολουθεί να είναι σε ισχύ ο πλειστηριασμός, να παρακρατήσει και να μην διανείμει το όλο ή μέρος του πλειστηριάσματος, με σκοπό να επιστραφεί αυτό ακολούθως στον υπερθεματιστή, εφόσον αυτός με την ανακοπή του δεν το διεκδικεί συγχρόνως από τον καθ’ ου η εκτέλεση ως αχρεωστήτως καταβληθέν ή δεν έχει ήδη βεβαιωθεί τελεσίδικα η σχετική αξίωσή του, οπότε και χωρίς τυπική ακύρωση ο πίνακας είναι έκτοτε ανενεργός.

Νέος Ποινικός Κώδικας (με τον Ν. 4619/2019 και την Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου της 27ης.6.2019

 

 

Ο νέος Ποινικός Κώδικας (Ν. 4619/2019 – ΦΕΚ Α΄ 95/11.6.2019) ψηφίσθηκε από τη Βουλή των Ελλήνων στις 6.6.2019 με έναρξη ισχύος την 1η.7.2019. Παρά ταύτα, ήδη προ της ενάρξεώς του, το περιεχόμενό του τροποποιήθηκε με την από 27.6.2019 Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου η οποία και έχει συμπεριληφθεί στην παρούσα έκδοση.

Από την έναρξη ισχύος του, ουσιαστικά καταργείται ο Ποινικός Κώδικας που ίσχυσε από την 1η.1.1951, καθώς και κάθε διάταξη που τροποποιούσε τον νόμο αυτόν.

Ο νέος Κώδικας επιφέρει σημαντικές αλλαγές στο οικοδόμημα του ποινικού δικαίου, οι οποίες, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του νομοθετήματος, έχουν ως στόχο τον εκσυγχρονισμό της ποινικής νομοθεσίας.

Ειδικότερα, οι σημαντικότερες αλλαγές είναι:

1) Μείωση του ανωτάτου ορίου της πρόσκαιρης κάθειρξης από 20 χρόνια (που ίσχυε με το παλιό ποινικό κώδικα) σε 15 (βλ. άρθρο 52 παρ. 2 ΠΚ),

2) Πλήρης κατάργηση των πταισμάτων (άρθρα 411-457 του παλιού ποινικού κώδικα) και των ποινών που αντιστοιχούσαν σε αυτά, ήτοι της ποινής του προστίμου και της κρατήσεως, ενώ απαλείφεται από τον ορισμό των ποινών και ο εγκλεισμός σε ψυχιατρικό κατάστημα.

3) Εισάγεται ως νέα κύρια ποινή η παροχή κοινωφελούς εργασίας (βλ. άρθρο 50 ΠΚ). Πλέον, οι προβλεπόμενες ποινές για τα αδικήματα του Ποινικού Κώδικα είναι: α) οι στερητικές της ελευθερίας ποινές, β) οι χρηματικές ποινές και γ) η προσφορά κοινωφελούς εργασίας, ενώ ως ποινές στερητικές της ελευθερίας παραμένουν η κάθειρξη, η φυλάκιση και ο περιορισμός σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων.

4) Καταργούνται από το άρθρο 13 του κώδικα  οι έννοιες του ιδιαίτερα επικίνδυνου εγκληματία και της κατά συνήθεια τέλεσης του εγκλήματος, ωστόσο συνεχίζουν να στοιχειοθετούν σε πληθώρα επιμέρους  αδικημάτων επιβαρυντικές κακουργηματικές περιστάσεις.

5) Καταργείται ο αναχρονιστικός νόμος περί καταχραστών του Δημοσίου 1608/1950. Ενώ παράλληλα καταργείται η σωρευτική επιβαρυντική περίσταση σε πληθώρα οικονομικών αδικημάτων, στην κατ’ επάγγελμα τέλεση (άρθρο 13 ΠΚ) σε συνδυασμό με το ύψος του οφέλους της ζημιάς άνω των 30.000 Ευρώ. Παραμένει, ωστόσο, ως επιβαρυντική κακουργηματική περίσταση το όριο των 120.000 Ευρώ χωρίς την συνδρομή της κατ’ επάγγελμα τέλεσης. Όταν, δε, το αδίκημα αυτό τελείται σε βάρος του Δημοσίου, θεσπίζεται ειδική 20ετής παραγραφή.

6) Σχετικοποιούνται τα οικονομικά αδικήματα, αφού άλλα διώκονται μόνο κατ’ έγκληση, ενώ για άλλα θεσπίζονται στα διάφορα διαδικαστικά στάδια προϋποθέσεις εξάλειψης του αξιόποινου ανάλογα με την αποκατάσταση του παθόντος.

7) Καταργείται η δυνατότητα μετατροπής ποινών στερητικών της ελευθερίας σε χρήμα. Ως εκ τούτου, όταν επιβάλλεται φυλάκιση μεγαλύτερη των 3 ετών (μη επιδεχόμενη, δηλαδή, αναστολής κατ’ άρθρο 99), δεν είναι δυνατή η μετατροπή της σε χρήμα. Μονάχα, υπάρχει η δυνατότητα έκτισης της ποινής στην κατοικία, υπό τις αυστηρές προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 105 του νέου Κώδικα. Δηλαδή, μόνο όταν πρόκειται για μητέρα με ανήλικο παιδί μέχρι οκτώ ετών ή εάν και εφόσον ο καταδικασθείς υπερβαίνει το εβδομηκοστό έτος της ηλικίας του ή εάν έχει εκτίσει το 1/10 της ποινής.

8) Καταργούνται οι νόμοι με προσωρινή ισχύ ως αντίθετοι στον υπέρτερης τυπικής ισχύος κανόνα του άρθρου 15 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά Δικαιώματα και παράλληλα καταργείται και ως αντισυνταγματική η διάταξη του άρθρου 4 του παλαιού ποινικού κώδικα σχετικά με την μη εφαρμογή της αρχής του ηπιότερου νόμου (άρθρο 2) και την επιβολή μέτρων ασφαλείας.

Αναμφίβολα, ο νέος ποινικός κώδικας επιφέρει ρηξικέλευθες επεμβάσεις στη μέχρι τώρα θεώρηση του ποινικού δικαίου, αφού εισάγει καινοφανείς για το ελληνικό ποινικό δίκαιο ρυθμίσεις. Οι ρυθμίσεις αυτές αφενός συμβάλλουν  στην επίλυση του  πολυσύνθετου προβλήματος της συμφόρησης των φυλακών (βλ. ενδεικτικά άρθρο 105 ΠΚ) και αφετέρου δημιουργούν επιεικέστερο για τον καταδικασθέντα ποινικό πλαίσιο (βλ. ενδεικτικά: i) μείωση του ανώτατου ορίου  της πρόσκαιρης καθείρξεως από 20 χρόνια σε 15 χρόνια, ii) εισαγωγή της κοινωφελούς εργασίας κατ’ άρθρον 105Α ως κύριας ποινής, iii) κατάργηση δρακόντειων νόμων όπως ο ν. 1608 /1950, iv) κατάργηση της δυνατότητας επιβολής σωρευτικής ποινής σε περιπτώσεις ανθρωποκτονίας εξ αμελείας κατά συρροή κ.ά.)

Ωστόσο, γεγονός είναι πως ο νέος νόμος εγείρει και κάποιους σημαντικούς προβληματισμούς. Αν και φαίνεται να επιλύει το πρόβλημα συμφόρησης των φυλακών, σχετικά με κάποια κακουργήματα (βλ. άρθρο 105), όσον αφορά τα πλημμελήματα θεσπίζεται η κατάργηση της μετατροπής των ποινών φυλάκισης σε χρηματικές ποινές. Επιπλέον, θεσπίζεται η υποχρεωτική έκτιση έστω μέρους της ποινής φυλάκισης για καταδίκες άνω των τριών ετών. Στην πραγματικότητα λοιπόν, υφίσταται κίνδυνος να αποσυμφορηθούν μεν οι φυλακές από καταδικασμένους για κακουργήματα και πλέον να εκτίουν ποινές φυλακίσεως οι καταδικασθέντες για τα λεγόμενα «σοβαρά» πλημμελήματα! Η ανωτέρω πρακτική σαφώς αποτελεί οπισθοδρόμηση  και είναι «ξένη» προς τον ποινικό μας πολιτισμό, δεδομένου πως επί τεσσαρακονταετίας η πρακτική ήταν να μην εκτίονται ποινές φυλακίσεως για πλημμεληματικής φύσεως εγκλήματα. Επιπλέον, τίθεται ευλόγως και ο ρεαλιστικός προβληματισμός σχετικά με το κατά πόσο είναι εφικτό να συνυπάρξουν στις φυλακές άνθρωποι καταδικασμένοι για πλημμελήματα, με βαρυποινίτες οι οποίοι έχουν καταδικαστεί για σοβαρά κακουργήματα. Υπάρχουν άραγε οι υποδομές στις φυλακές για το διαχωρισμό και την ασφαλή διαβίωση των δύο ως άνω διαφορετικών κατηγοριών εγκληματιών; Η απάντηση είναι μάλλον αρνητική!

Εν κατακλείδι, θα πρέπει να επισημανθεί πως πριν ακόμη τεθεί σε εφαρμογή ο νέος κώδικας, με Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου (27.6.2019) έλαβαν χώρα 13 τροποποιήσεις! Παρόλο που εν πολλοίς  πρόκειται κυρίως για λεπτομερειακού τύπου διορθώσεις (βλ. ενδεικτικά περ. δ’ του άρθρου 8, την προσθήκη της παρ. 3 στο άρθρο 463), οι οποίες δεν μετέβαλαν την ουσία των μεταρρυθμίσεων, εντούτοις δημιουργούν εύλογη ανησυχία για την μελλοντική πρακτική του νομοθέτη. Άλλωστε, το βέβαιο είναι πως οι συνεχείς αλλαγές σε ένα  τόσο σημαντικό νομοθέτημα όπως ο ποινικός κώδικας, που ουσιαστικά αφορά την εύρυθμη λειτουργία ολόκληρης της ποινικής δικαιοσύνης, μόνο ανασφάλεια και ανησυχία προκαλούν στους πολίτες.

Η παρούσα έκδοση, ακολουθώντας τη γενική πολιτική των εκδόσεων LEX BOOK, είναι έγχρωμη, με ευανάγνωστη σε μέγεθος και τύπο γραμματοσειρά, γεγονός που την καθιστά ένα πολύτιμο εργαλείο στα χέρια κάθε νομικού αλλά και πολίτη! Κρίθηκε σκόπιμο για αποτελεσματικότερη μελέτη και κατανόηση των νέων διατάξεων να συμπεριληφθεί τόσο μέρος της αιτιολογικής έκθεσης του νέου νόμου, όσο και πίνακες αντιστοιχίας των νέων άρθρων του ποινικού κώδικα σε σχέση με τα παλιά. Άλλωστε, θα πρέπει να επισημανθεί ότι πρόκειται για τον μόνο πλήρη ποινικό κώδικα που κυκλοφορεί αυτή τη στιγμή, δεδομένου πως συμπεριλαμβάνει και τις τροποποιήσεις που επέφερε η από 27.6.2019 Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου.

 

Αθήνα, 5 Ιουλίου 2019

Λουκάς Α. Προυσανίδης

Δικηγόρος

ΜΠρΑμαλ 58/2017

Και μετά τον ν. 4335/2015, είναι δυνατή η αναστολή της εκτελέσεως δια της συστηματικής-τελολογικής ερμηνείας του άρθρ. ΚΠολΔ 937 § 1γ, τόσο στην άμεση όσο και στην έμμεση εκτέλεση. Ωστόσο, επί επικειμένου πλειστηριασμού, η αίτηση ανστολής ασκείται παραδεκτά μόνον όταν δεν είναι δυνατή η εμπρόθεσμη εκδίκαση της ανακοπής.

 

1. Με τις διατάξεις του Ν. 4335/2015 επήλθαν εκτεταμένες τροπο­ποιήσεις σε αρκετά κεφάλαια του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, με­ταξύ των οποίων και σε εκείνο της Αναγκαστικής Εκτέλεσης. Οι νέες διατάξεις, σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη του άρθρ. 1 άρθρου ένατου § 3 του ίδιου νόμου, εφαρμόζονται στις περιπτώσεις των ανα­γκαστικών εκτελέσεων επί των οποίων η σχετική επιταγή προς πλη­ρωμή ή προς εκτέλεση διενεργείται μετά την 1.1.2016Εάν αντιθέτως η επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση έγινε πριν από τις 2.1.2016, η αναγκαστική εκτέλεση διέπεται από όλες οι διατάξεις του ΚΠολΔ που ίσχυαν έως την 1.1.2016, περιλαμβανομένου α­σφαλώς και του άρθ. 938 ΚΠολΔ. Η διάταξη αυτή, που καταργήθηκε με την § 1 του άρθρου όγδοου του άρθρ. 1 Ν. 4335/2015, προέβλεπε ότι «με αίτηση του ανακόπτοντος μπορεί να διαταχθεί η ανα­στολή της αναγκαστικής εκτέλεσης με εγγύηση ή και χωρίς εγγύη­ση, αν ο δικαστής κρίνει ότι η ενέργεια της αναγκαστικής εκτέλεσης θα προξενήσει ανεπανόρθωτη βλάβη στον αιτούντα και πιθανολογεί την ευδοκίμηση της ανακοπής», αφορούσε δηλαδή κάθε είδος ανα­γκαστικής εκτέλεσης.

2. Ο νομοθέτης προέβη στην κατάργηση έχοντας προφανώς υπόψιν ό­τι, για το βασικότερο μέσο εκτέλεσης, δηλ. την κατάσχεση στα χέρια του οφειλέτη με επακόλουθο πλειστηριασμό, δεν έχει πλέον έννοια η ύπαρξη αίτησης αναστολής, αφού κατ’ άρθρ. 933 συνδ. 954 ΚΠολΔ (όπως αντικαταστάθηκαν με την § 2 του όγδοου άρθρου του άρθρ. 1 Ν. 4335/2015), η απόφαση επί της ανακοπής κατά της εκτέλεσης εκδίδεται πριν από τον πλειστηριασμό, ο οποίος διενεργείται τον όγδοο μήνα από την κατάσχεση, χωρίς η άσκηση ενδίκου μέσου να ανα­στέλλει την εκτέλεσή της (ΚΠολΔ 937 § 1 περ. β εδ. γ, όπως η § 1 αντικαταστάθηκε με την § 2 του όγδοου άρθρου του άρθρ. 1 Ν. 4335/2015). Περαιτέρω στο άρθρο 937 § 1 ΚΠολΔ, όπως κατά τα άνω ισχύει, προβλέπεται ότι: α) σε περίπτωση άσκησης ενδίκου μέ­σου κατά της απόφασης επί της ανακοπής, μπορεί το δικαστήριο που θα δικάσει το ένδικο μέσο, αν πιθανολογεί την ευδοκίμησή του, να διατάξει (με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων) την αναστο­λή, με παροχή ή και χωρίς παροχή εγγύησης, εφόσον κρίνει ότι η διενέργεια της αναγκαστικής εκτέλεσης θα προξενήσει ανεπανόρθω­τη βλάβη στον αιτούντα (περ. β εδ. γ) και β) σε περίπτωση άμεσης ε­κτέλεσης, το δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί ανακοπή, μπορεί μετά από αίτηση του ανακόπτοντος που δικάζεται με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, να διατάξει την αναστολή της εκτέλεσης με παροχή ή και χωρίς παροχή εγγύησης (περ. γ). Για τα λοιπά όμως μέσα έμμεσης εκτέλεσης δεν προβλέπεται αντίστοιχη καθυστέρηση, όπως επί πλειστηριασμού, και είναι δυνατό αυτά να επισπευσθούν εντός των χρονικών ορίων του άρθρ. 926 ΚΠολΔ, δηλ. από την πάρο­δο της τρίτης εργάσιμης ημέρας από την επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση και μέχρι την πάροδο έτους από αυτή, η δε ολοκλήρωση της εκτέλεσης να συντελεστεί εντός μικρού χρονικού διαστήματος. Στην περίπτωση π.χ. της κατάσχεσης στα χέρια τρίτου, η οποία σα­φώς αποτελεί έμμεση εκτέλεση, εάν δεν υπάρξει δικονομική επι­πλοκή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 985 επ. ΚΠολΔ, ή διαδι­κασία μπορεί να ολοκληρωθεί σε χρόνο μικρότερο του ενός μηνός. Εάν δε παράλληλα υπολογιστεί ο χρόνος κατά τον οποίο ενδεχομέ­νως μπορεί να εκδοθεί απόφαση επί της ανακοπής, αυτός πρακτικά (και ενόψει των προθεσμιών του άρθρ. 933 ΚΠολΔ) θα είναι μεγαλύ­τερος των τριών μηνών -συνήθως μάλιστα θα είναι αρκετά μεγαλύ­τερος.

3. Τίθεται επομένως το ερώτημα εάν σας περιπτώσεις της έμμεσης ε­κτέλεσης (πλην εκείνης της επίσπευσης πλειστηριασμού) υπάρχει πράγματι απαγόρευση αναστολής της εκτέλεσης. Το ενδεχόμενο αυ­τό θα πρέπει να αποκλειστεί για τους εξής λόγους:

Α) Η αναγκαστι­κή εκτέλεση ανέκαθεν γινόταν αντιληπτή ως δραστική παρέμβαση στην προσωπική ή περιουσιακή κατάσταση του οφειλέτη και, για το λόγο αυτό, ο νομοθέτης του ΚΠολΔ παγίως θεωρούσε ότι δεν πρέπει να επιτρέπει την έναρξη ή τη συνέχισή της, όταν ο οφειλέτης προ­βάλλει λόγους οι οποίοι, μετά τη διάγνωσή τους ως βάσιμων κατά την προσήκουσα διαδικασία, θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην α­κύρωση της εκτέλεσης (Γέσιου-Φαλτσή Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτελέσεως τ. Ι, § 43 αριθμ. 1).

Β) Όμως ο εξαναγκασμός του οφειλέτη να υποστεί εκτέλεση χωρίς να μπορεί να αμυνθεί έγκαιρα, του στερεί το δικαίωμα της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, που δικαι­ούται κατ’ άρθρ. 20 Συντ. (έτσι, και όχι με προσφυγή στην αρχή της αναλογικότητας, Βαθρακοκοίλης ΚΠολΔ Ερμηνευτική-Νομολογιακή Ανάλυση άρθρ. 938 αριθμ. 2). Στέρηση που ορισμένες φορές μπορεί να λάβει το χαρακτήρα έντονης αδικίας, αν π.χ. ο οφειλέτης επικα­λείται εξόφληση ή την υπαγωγή του σε καθεστώς που ενέχει απαγό­ρευση λήψης διωκτικών μέτρων εναντίον του κ.λπ. (μάλιστα η κατάρ­γηση του άρθρ. 938 ΚΠολΔ έχει χαρακτηριστεί αδικαιολόγητη -βλ. Μακρίδου-Απαλλαγάκη-Διαμαντόπουλου, Πολιτική Δικονομία-Θεωρία υπό το ν. 4335/2015, σ. 39).

Γ) Υπό το πρίσμα αυτό, δύσκο­λα θα μπορούσε να ευσταθεί συνταγματικά η ανωτέρω εκδοχή, κα­θόσον επιπλέον, ως έχει η γραμματική διατύπωση του νόμου, η προσωρινή προστασία του οφειλέτη δεν εξαρτάται από το νομικό και ουσιαστικό βάρος των αντιρρήσεών του και την έκταση της βλάβης που θα υποστεί, αλλά από τυχαίο γεγονός: ποιο δηλαδή μέσο ανα­γκαστικής εκτέλεσης επισπεύδει κάθε φορά ο δανειστής ως πιο πρό­σφορο για την ικανοποίησή του.

Δ) Την ανάγκη ύπαρξης σταδίου αναστολής εκτέλεσης, υπό τις ως άνω νέες διατάξεις για την αναγκα­στική εκτέλεση, έχει ήδη αναγνωρίσει και η αρεοπαγητική νομολο­γία: με την υπ’ αριθμ. Συμβ.ΑΠ 11/2017 (δημοσιευμένη στην τ.ν.π. Ισοκράτης του ΔΣΑ), που εκδόθηκε επί αιτήσεως αναστολής για ε­κτέλεση που ναι μεν αφορούσε πλειστηριασμό, αλλά η ανακοπή δεν κατέστη δυνατό να εκδικαστεί πριν από αυτόν, δέχθηκε τα εξής: «Αν ωστόσο δεν είναι δυνατόν να τηρηθούν οι προθεσμίες αυτές, ο καθ’ ου η εκτέλεση έχει τη δυνατότητα να επιδιώξει την αναστολή με τη μορφή της προσωρινής ρυθμίσεως καταστάσεως κατά το άρθρο 731 ΚΠολΔ, εφόσον βέβαια υπάρχει βάσιμος κατά το άρθρο 933 ΚΠολΔ λόγος ανακοπής κατά της επιχειρούμενης εκτέλεσης και πιθανολο­γείται έτσι η ευδοκίμηση της ανακοπής και η ανατροπή του εκτελε­στού τίτλου. Τα ίδια ισχύουν και επί κατασχέσεως χέρια τρίτου (άρ­θρα 982 επ. ΚΠολΔ), η οποία συνιστά είδος έμμεσης αναγκαστικής εκτέλεσης και επομένως για τη δυνατότητα αναστολής μετά από α­νακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ εφαρμόζονται οι ανωτέρω διατάξεις (Συμβ.ΑΠ 142/2016)». Όμοια λύση προτείνεται και σε Μακρίδου-Απαλλαγάκη-Διαμαντόπουλου ό.π. (όπου και εξηγείται ο λόγος για τον οποίο ο νομοθέτης έχει εκφραστεί εν προκειμένω εσφαλμένα).

4. Το παρόν Δικαστήριο έχει όμως την άποψη ότι δεν χρειάζεται καν η προσφυγή στο θεσμό της προσωρινής ρύθμισης κατάστασης, διότι (πέραν των δογματικών προβλημάτων περί τον χαρακτηρισμό της αναστολής εκτέλεσης ως γνήσιου ασφαλιστικού μέτρου και της δυ­νατότητας εφαρμογής του άρθρ. 731 ΚΠολΔ -βλ. τη σχετική προ­βληματική σε Γέσιου-Φαλτσή Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτελέσεως, 2017, Ι, § 43, αριθμ. 12-15), ενόψει όσων προαναφέρθηκαν, καθίσταται ανα­γκαία η συστηματική-τελολογική ερμηνεία του άρθ. 937 § 1 περ. γ ΚΠολΔ, ώστε να ισχύει σε κάθε περίπτωση κύριας εκτέλεσης, δηλα­δή τόσο στην άμεση όσο και στην έμμεση, υπό τον περιορισμό ότι, επί επικειμένου πλειστηριασμού, η αίτηση ασκείται μόνο όταν δεν είναι δυνατή η εμπρόθεσμη εκδίκαση της ανακοπής του άρθρ. 933 ΚΠολΔ.

5. Περαιτέρω αξίζει να σημειωθεί ότι, ενώ το καταργηθέν άρθρ. 938 ΚΠολΔ όριζε ως προϋποθέσεις αναστολής της εκτέλεσης ότι α) η διε­νέργεια της αναγκαστικής εκτέλεσης θα προξενήσει ανεπανόρθωτη βλάβη στον αιτούντα και β) ότι πιθανολογείται η ευδοκίμηση της ανακοπής, ήδη το άρθρ. 937 § 1 ΚΠολΔ στη μεν περ. β, όταν δηλαδή η αίτηση αναστολής κρίνεται από το δικαστήριο του ενδίκου μέσου, έχει επαναλάβει τις ίδιες προϋποθέσεις, στη δε περ. γ, δηλ. τις αιτή­σεις αναστολής που αναφέρονται στην προηγούμενη σκέψη, δεν γί­νεται αναφορά προϋποθέσεων. Πρέπει όμως να γίνει δεκτό ότι ισχύ­ουν αμφότερες για την ταυτότητα του νομικού λόγου, καθόσον υ­πάρχει νοηματική συνέχεια μεταξύ των δύο διατάξεων (εξάλλου η αναγκαιότητα των προϋποθέσεων αυτών έχει παγιωθεί νομολογιακά σε όλο το δίκαιο της αναστολής, είτε αφορά αναγκαστική εκτέλεση είτε διαταγή πληρωμής, όπου και εκεί δεν υπάρχει ρητή διατύπωση).

ΑΠ 1429/2017

Η ανακοπή του άρθρ. 73 του ΚΕΔΕ εισάγεται στα πολιτικά δικαστήρια, αν η εκτελούμενη απαίτηση του Δημοσίου είναι ιδιωτικού δικαίου.

 

Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 4 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο έχει υπερβεί την δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, όπως καθορίζεται στο άρθρο 1 ΚΠολΔ, το οποίο ορίζει, ότι στην δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ανήκουν α) οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, β) οι υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας και γ) οι υποθέσεις δημοσίου δικαίου που ο νόμος υπήγαγε σε αυτά. Κατά δε το άρθρο 2 ιδίου Κώδικος τα πολιτικά δικαστήρια απαγορεύεται να επεμβαίνουν σε διοικητικές διαφορές ή υποθέσεις, υπαγόμενες σε διοικητικά δικαστήρια ή αρχές, επιτρεπομένης μόνο της παρεμπίπτουσας εξέτασης ανακυπτόντων ζητημάτων. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι υπέρβαση δικαιοδοσίας υπάρχει και επομένως ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αριθμ. 4 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος, όταν η υπόθεση, που κρίθηκε από το δικαστήριο, δεν υπάγεται σε καμία από τις παραπάνω αναφερόμενες περιπτώσεις του άρθρου 1 ΚΠολΔ.

Εξ άλλου, το άρθρο 94 του Συντάγματος ορίζει στην παράγραφο 1, ότι η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στο Συμβούλιο της Επικρατείας και στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια και στην παράγραφο 2, ότι στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται όλες οι ιδιωτικές διαφορές. Από τις πράξεις των διοικητικών αρχών, διοικητικές διαφορές ουσίας δεν προκαλεί κατά την έννοια του άρθρου 94 του Συντάγματος κάθε μία από τις πράξεις αυτές που φέρει τα εξωτερικά γνωρίσματα μονομερούς διοικητικής πράξεως, από την οποία παράγονται έννομα αποτελέσματα, αλλά μόνον εκείνη, η οποία, στο πλαίσιο των διατάξεων που διέπουν την δημόσια διοικητική δράση, επιδιώκει δημόσιο σκοπό. Οι λοιπές μονομερείς πράξεις της Διοικήσεως, όσες δηλαδή είναι αμέτοχες του λειτουργικού αυτού στοιχείου και κινούνται σε κύκλο σχέσεων ιδιωτικού δικαίου, δημιουργούν διαφορές που ανήκουν στην γενική, σύμφωνα με το Σύνταγμα (άρθρο 94), δικαιοδοσία που έχουν τα πολιτικά δικαστήρια στις περιπτώσεις προσβολής ιδιωτικών δικαιωμάτων.

Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 73 ν.δ. 356/1974 (ΚΕΔΕ) ρυθμίζει λεπτομερώς την άσκηση από τον θιγόμενο ιδιώτη ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων ανακοπής τόσο πριν όσο και μετά την έναρξη διοικητικής εκτελέσεως. Με το άρθρο 1 του ν. 1406/1983 έχουν υπαχθεί στην δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων οι διοικητικές διαφορές ουσίας, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται στην παρ. 2 εδ. ια’ του ιδίου άρθρου και αυτές, που ανακύπτουν κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας, που αφορά την είσπραξη των δημοσίων εσόδων.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι στην περίπτωση κατά την οποία ο τίτλος του άρθρου 2 παρ. 2 ΚΕΔΕ, που αποτελεί το θεμέλιο της διοικητικής εκτελέσεως, ενσωματώνει ιδιωτική απαίτηση του Δημοσίου, ακόμη και για τις παρεπόμενες αυτής απαιτήσεις του ιδίου ή και των νομικών προσώπων στα οποία έχει επεκταθεί η εφαρμογή του ΚΕΔΕ, η διαφορά που δημιουργείται με την άσκηση της από την διάταξη του άρθρου 73 ίδιου Κώδικα απορρεούσης ανακοπής από τον θιγόμενο ιδιώτη, φέρει τα στοιχεία της ιδιωτικής διαφοράς, η φύση της οποίας δεν μεταβάλλεται με την παρεμβολή της διοικητικής βεβαιωτικής διαδικασίας από όργανα της διοικήσεως και την είσπραξη της απαιτήσεως από το Δημόσιο Ταμείο.

Επομένως δικαιοδοσία για την εκδίκαση της διαφοράς αυτής έχουν σύμφωνα με τα ανωτέρω, και μετά την ισχύ του ν. 1406/1983, τα πολιτικά δικαστήρια (ΑΕΔ 2/1993, ΑΕΔ 8/1989, ΑΠ 1320/2002).

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ 279/2018

Αοριστία αγωγής.΄Εφεση. Αυτεπάγγελτος έλεγχος αοριστίας. Μεταβιβαστικό αποτέλεσμα εφέσεως. Αντέφεση. Απαγόρευση επιβλαβέστερης αποφάσεως. Αντικατάσταση αιτιολογιών.                                          

                                

Κατά το άρθρο 216.1 ΚΠολΔ η αγωγή εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 177, πρέπει να περιέχει: α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, γ) ορισμένο αίτημα. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται όλα τα παραπάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται ασαφώς ή ελλιπώς, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά το δικόγραφο αυτής αόριστο και ανεπίδεκτο δικαστικής εκτίμησης, με αποτέλεσμα το απαράδεκτο αυτού. Το  απαράδεκτο αυτό ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, διότι αποτελεί ζήτημα αναγόμενο στην τήρηση της προδικασίας, που αφορά τη δημόσια τάξη. Η αοριστία της αγωγής δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή σε άλλα έγγραφα της δίκης, αλλά ούτε και με την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 187/2006 Δ 2006.907, ΑΠ 252/2006 Δ 2006.1066).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για την ύπαρξη της αδικοπραξίας και την απ’ αυτή υποχρέωση του δράστη σε αποζημίωση του παθόντος απαιτείται: α) επέλευση ζημίας και τα στοιχεία που την προσδιορίζουν ως θετική ή αποθετική, β) η ζημία αυτή να επήλθε από το δράστη παρανόμως, συγχρόνως δε και υπαιτίως, ήτοι από δόλο ή αμέλεια (330ΑΚ), γ) η παράνομη συμπεριφορά του υπαιτίου να οφείλεται σε πράξη ή παράλειψη αυτού όταν δεν καταβάλλεται η απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια και δ) να υφίσταται πρόσφορη (αιτιώδης) συνάφεια μεταξύ της ζημιογόνου πράξης ή παράλειψης και της επελθούσας ζημίας η οποία συντρέχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και τη λογική, η συμπεριφορά αυτή στο χρόνο και με τις συνθήκες που έλαβε χώρα, ήταν ικανή, κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα το οποίο και πράγματι επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 1067/2009 Νόμος).

Από τις διατάξεις των άρθρων 928 και 298 ΑΚ προκύπτει ότι η αποζημίωση εκείνου που έπαθε παράνομη βλάβη της υγείας του ή του σώματος του περιλαμβάνει και τη μελλοντική ζημία αυτού. Η μελλοντική περιουσιακή ζημία, την οποία υφίσταται ο παθών, δεν είναι μόνο αποθετική ή διαφυγόν κέρδος λόγω της ανικανότητας του για εργασία με συνέπεια τον μερικό ή πλήρη περιορισμό των εισοδημάτων του αλλά μπορεί να είναι και μελλοντική θετική ζημία, όπως στην περίπτωση που ο παθών πρέπει να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση προς ολοκλήρωση της αποθεραπείας του (ιδιαίτερα στα κατάγματα   και   στην πλαστική χειρουργική αποκατάσταση του σώματός του). Αποκαθίσταται δε η εν λόγω ζημία, εφόσον η επέλευση της είναι βέβαιη και η έκταση της μπορεί από τώρα να προσδιορισθεί, όχι όμως όταν είναι ενδεχομένη και υποθετική (ΕφΘεσ 949/2000 Αρμ. 2001.324, ΕφΔωδ107/1997 ΕπΣυγκΔ 1997.558, ΕφΑθ 331/1991 ΕΣυγκΔ 1994.387). Την επιδίκαση της σχετικής δαπάνης μπορεί να ζητήσει ο παθών και πριν από την πραγματοποίηση της, ήδη αμέσως μετά την προσβολή του σώματος ή της υγείας του (ΕφΑθ 4754/1995 ΕΣυγκΔ. 1996.547). Κατά συνέπεια μπορεί να επιδιώξει ο παθών τη δαπάνη εκτέλεσης μίας επιβαλλόμενης κοσμητικής ή πλαστικής εγχείρησης, όπως είναι η διόρθωση ουλών στο πρόσωπο. Δεν απαιτείται η οπωσδήποτε εκτέλεση της εγχείρησης, αλλά αρκεί η πρόθεση του να υποβληθεί σε μία τέτοια επέμβαση. Για την πληρότητα όμως της αγωγής, με την οποία επιδιώκεται η αποκατάσταση της μελλοντικής ζημίας πρέπει να εκτίθεται στο δικόγραφο αυτής κατά τρόπο σαφή η ασκούμενη επί μέρους αξίωση κατά ποσό και είδος. Ειδικότερα προκειμένου περί αγωγής με την οποία επιδιώκεται η επιδίκαση δαπάνης μελλοντικής χειρουργικής επέμβασης πρέπει να εκτίθεται η αμοιβή του χειρουργού ιατρού, του αναισθησιολόγου, τα έξοδα του χειρουργείου, η δαπάνη παραμονής στην κλινική και η διάρκεια αυτής. Αν η αναφορά αυτή δεν συγκεντρώνει την απαιτούμενη κατά νόμο επάρκεια δημιουργείται αοριστία, η οποία δεν θεραπεύεται ούτε με παραπομπή σε έγγραφα (ΕφΛαρ. 305/2007 δημ. στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΔΣΑ).

Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 522, 524, 525, 526 και 536 ΚΠολΔ, σαφώς προκύπτει ότι, με την άσκηση της εφέσεως η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (μόνο) κατά τα καθοριζόμενα με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους όρια (ΑΠ 419/ 2004 Ε.Δ 47.146). Το Εφετείο επιλαμβανόμενο της διαφοράς εξετάζει εάν, κατ’ ορθή εφαρμογή του νόμου, το κατώτερο δικαστήριο αποφάσισε προσηκόντως ή όχι, τηρώντας την αυτή όπως και το πρωτοβάθμιο διαδικασία (ΑΠ 8/1987 ΕΔ 29.112). Συνεπώς έχει ως προς την αγωγή, (εισαγωγικό δικόγραφο), την αυτή όπως και εκείνο εξουσία (ΑΠ 414/1976 ΝοΒ 24.941, ΑΠ 622/1974 ΝοΒ 23. 173, ΕφΑΘ 110/2006 Ε.Δ 48.1477), δυνάμενο και χωρίς υποβολή ειδικού παραπόνου να εξετάσει οίκοθεν το νόμω βάσιμο αυτής και να την απορρίψειαν ελλείπουν τα κατά νόμο απαιτούμενα για την θεμελίωση της στοιχεία (ΑΠ 7/2001 ΕΔ 42.925).

Ειδικότερα, εάν νόμω βάσιμη ή αόριστη αγωγή έγινε πρωτοδίκως δεκτή κατ’ ουσία εν όλω ή εν μέρει, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί και χωρίς ειδικό παράπονο, να εξετάσει το νόμω βάσιμο και ορισμένο αυτής και να την απορρίψει για τις τυπικές αυτές πλημμέλειες (ΑΠ 1216/1997 ΕΔ 39.573, ΕφΑθ 1778/2011 ΝοΒ 2011.982, ΕφΔωδ 295/2005 δημ. Νόμος), αρκεί ο εκκαλών να ζητεί την απόρριψη της, έστω για άλλους λόγους (ΕφΑθ 6868/1988 ΝοΒ 29. 557, ΕφΑθ 1308/1987 ΕΔ 29.524).

Ειδικότερα, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έχει ως προς την αγωγή την ίδια εξουσία που έχει και το πρωτοβάθμιο και μπορεί να εξετάσει αυτεπαγγέλτως αν η αγωγή είναι νόμιμη, ορισμένη ή παραδεκτή και να την απορρίψει αν δεν στηρίζεται στο νόμο, ή αν δεν περιέχει τα απαιτούμενα στοιχεία για τη θεμελίωση της ή αν ασκήθηκε απαραδέκτως με τις διακρίσεις που επιβάλλονται από τη λειτουργία του δεδικασμένου (322 Κ.Πολ.Δ) και την αρχή της απαγόρευσης της έκδοσης επιβλαβέστερης απόφασης για τον εκκαλούντα, (536 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ). Έτσι επί εφέσεως του εναγομένου, αν η αγωγή είναι αβάσιμη, κατά το νόμο, αόριστη ή απαράδεκτη και έγινε πρωτοδίκως δεκτή κατ’ ουσία, ολικά ή κατά ένα μέρος, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί και χωρίς την υποβολή ειδικού παραπόνου, να εξετάσει αυτεπάγγελτα τις άνω ελλείψεις και να την απορρίψει ως αόριστη ή ως αβάσιμη κατά νόμο κλπ. αρκεί ο εκκαλών να ζητεί την απόρριψη της έστω και για άλλους λόγους και να μην εκδοθεί επιβλαβέστερη απόφαση γι’ αυτόν, χωρίς αντέφεση του ενάγοντος (Εφ.Αθ 4924/2012 Νόμος).

Οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι, με την … αγωγή τους, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας, εξέθεσαν ότι ο Χ οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας… ΙΧΕ αυτοκίνητο κυριότητας, νομής και κατοχής της εταιρίας με την επωνυμία… , που ήταν ασφαλισμένο για τις ζημίες έναντι τρίτων στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, προκάλεσε από υπαιτιότητα του τον τραυματισμό του δεύτερου ενάγοντος και υλικές ζημίες επί της δίκυκλης μοτοσικλέτας ιδιοκτησίας, νομής και κατοχής του πρώτου ενάγοντος, κατά το τροχαίο ατύχημα που συνέβη την .., υπό τις αναφερόμενες στην αγωγή συνθήκες. Με βάση τα παραπάνω, μετά από παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος τους με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους στο ακροατήριο που καταχωρήθηκε στα οικεία πρακτικά συνεδριάσεως και με τις προτάσεις τους, ζήτησαν να υποχρεωθεί η εναγομένη-εκκαλούσα να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 1.500 ευρώ ως αποζημίωση και στον δεύτερο ενάγοντα το ποσό των 10.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλλει στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 1.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και στον δεύτερο ενάγοντα το συνολικό ποσό των 49.360 ευρώ και δη το ποσό των 9.360 ως αποζημίωση ήτοι το ποσό των 60 ευρώ για επίσκεψη-εξέταση ιατρού, το ποσό των 3.600 ευρώ για διαφυγόντα κέρδη, το ποσό των 4.000 ευρώ για πλαστική εγχείρηση και το ποσό των 1.500 ευρώ για συνεδρίες LASER, το ποσό των 200 ευρώ για δαπάνη εξέτασης πλαστικού χειρουργού και το ποσό των 40.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, επιφυλασσομένου του ποσού των 15 ευρώ προκειμένου να παρασταθεί ως πολιτικώς ενάγων στο ποινικό δικαστήριο, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστεί η εναγομένη στα δικαστικά τους έξοδα.

Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλουμένη, αφού δίκασε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των αυτοκινητιστικών διαφορών, απέρριψε ό,τι κρίθηκε απορριπτέο, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή, υποχρέωσε την εναγομένη-εκκαλούσα να καταβάλλει στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 900 ευρώ και στον δεύτερο ενάγοντα το ποσό 10.000 ευρώ, κήρυξε την απόφαση προσωρινά εκτελεστή υπέρ του δεύτερου ενάγοντος για το ποσό των 5.000 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι ολοσχερούς εξόφλησης, αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλλει στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 500 ευρώ και στον δεύτερο ενάγοντα το ποσό των 6.728 ευρώ με τον νόμιμο τόκο από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι ολοσχερούς εξόφλησης και καταδίκασε την εναγομένη σε μέρος των δικαστικών εξόδων ποσού 500 ευρώ.

Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 520 παρ. 1 και 522 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το έγγραφο της εφέσεως πρέπει, μεταξύ των άλλων, να περιέχει αίτηση και τους λόγους αυτής. Και ως προς μεν την αίτηση, αυτή υπάρχει και είναι ορισμένη εάν ζητείται η εξαφάνιση ή μεταρρύθμιση της εκκαλούμενης αποφάσεως ως προς όλες ή μερικές από τις διατάξεις της, σχετικώς με το αιτητικό της αγωγής, ανταγωγής κ.λπ., οι δε λόγοι εφέσεως συνίστανται σε ορισμένες αιτιάσεις κατά της εκκαλούμενης αποφάσεως που αναφέρονται είτε σε παραδρομές του εκκαλούντος, είτε σε νομικά ή πραγματικά σφάλματα του δικαστή. Στα τελευταία ανάγεται και η πλημμελής εκτίμηση των αποδείξεωνη οποία επαρκώς προσδιορίζεται από τη μνεία ότι εξ αυτής οδηγήθηκε το δικαστήριο σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, χωρίς να είναι αναγκαία η εξειδίκευση των σφαλμάτων περί την εκτίμηση των αποδείξεων, αφού το Εφετείο εξαιτίας του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως (άρθρο 522 ΚΠολΔ) επανεκτιμά από την αρχή την ουσία της υποθέσεως και κρίνει την ορθότητα του διατακτικού, κατ’ άρθρ. 534 του ίδιου Κώδικα (ΑΠ 1183/1995 ΕπιθΙΚΑ 30 (1996) σελ. 193, ΑΠ 512/1994 Ε.Δ 36 (1995) σελ. 170).

Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται η εκκαλούσα-εναγομένη με τους λόγους της έφεσης αναγόμενους σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και σε πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων(πραγματικά σφάλματα) και ειδικότερα ο πρώτος λόγος της έφεσης είναι γενικά διατυπωμένος, ο δεύτερος λόγος αναφέρεται με ειδικό και ορισμένο τρόπο στο κεφάλαιο της υπαιτιότητας και ο τρίτος και ο τέταρτοςλόγος αναφέρεται στο ύψος των αγωγικών κονδυλίων που έγιναν δεκτά, ζητεί δε να εξαφανισθεί, άλλως μεταρρυθμιστεί η εκκαλουμένη, να απορριφθεί η αγωγή και να καταδικασθούν οι εφεσίβλητοι στην δικαστική της δαπάνη.

Οι εφεσίβλητοι υποστηρίζουν ότι ο πρώτος λόγος της εφέσεως είναι αόριστος και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος διότι δεν αποδίδει στην εκκαλούμενη κανένα συγκεκριμένο ουσιαστικό σφάλμα. Ο ισχυρισμός τους όμως αυτός δεν είναι βάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, διότι σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στην ανωτέρω μείζονα σκέψη η εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και η πλημμελής εκτίμηση των αποδείξεων, ως λόγος εφέσεως, επαρκώς προσδιορίζεται από τη μνεία ότι εξ αιτίας αυτής το δικαστήριο οδηγήθηκε σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, χωρίς να είναι αναγκαία η εξειδίκευση των σφαλμάτων περί την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, αφού το Εφετείο λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως επανεκτιμά από την αρχή την ουσία της υποθέσεως και κρίνει την ορθότητα του διατακτικού, κατ’ άρθρο 534 του ίδιου Κώδικα. Συνεπώς ο πρώτος λόγος έφεσης είναι ορισμένος και παραδεκτός και πρέπει να ακολουθήσει η ουσιαστική έρευνα των λόγων της κατά την ίδια διαδικασία.

Με το προεκτεθέν όμως περιεχόμενο η αγωγή, ως προς το κονδύλιο της δαπάνης για πλαστική εγχείρηση και συνεδρίες ήταν απορριπτέα ως αόριστη και επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που την έκρινε, ορισμένη κατά το μέρος αυτό, αν και ο δεύτερος ενάγων δεν προσδιόριζε και δεν διευκρίνιζε τις επί μέρους αξιούμενες δαπάνες για έξοδα κλινικής, έξοδα χειρουργείου, αμοιβή αναισθησιολόγου και πλαστικού χειρουργού καθώς και αριθμό συνεδριών LASER και στη συνέχεια (την έκρινε) νόμιμη και κατ’ ουσίαν βάσιμη ως προς το κονδύλιο αυτό, έσφαλε στην ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του νόμουκαι για το λόγο αυτό, σύμφωνα και με τις προεκτιθέμενες σκέψεις, πρέπει να γίνει δεκτή κατά ένα μέρος η έφεση, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη κατά την ως άνω διάταξη της, με την οποία κρίθηκε η αγωγή ως προς το ανωτέρω κονδύλιο ορισμένη και νόμιμη, και αφού το παρόν Δικαστήριο κρατήσει και δικάσει την αγωγή κατά το εν λόγω κονδύλιο (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), να την απορρίψει ως αόριστη ως προς το κονδύλιο αυτό και χωρίς ειδικό παράπονο δεδομένου ότι με την κρινόμενη έφεση η εκκαλούσα-εναγόμενη ζητά την εξαφάνιση της και την απόρριψη της αγωγής ως αβάσιμης, κατά το νόμο και την ουσία (ΕφΑΘ 1404/2014 Νόμος).

Κατά τα άρθρα 523 παρ. 1 και 591 παρ. 1 περ. ζ’ του ΚΠολΔ, όπως το τελευταίο ισχύει μετά την τροποποίηση του με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α’ 87/23.7.2015) και που εφαρμόζεται και στην προκειμένη περίπτωση, καθώς οι διατυπώσεις άσκησης της αντέφεσης κρίνονται κατά τον νόμο που ισχύει κατά τον χρόνο της άσκησης της (άρθρο 12 ΕισΝΚΠολΔ, Εφ.Θεσ. 2165/2017 δημ.  Νόμος,  ΕφΘεσ 1730/2003 Αρμ 2004.1398,  Μ.  Μαργαρίτη ΕρμΚΠολΔ έκδ. 2012 στο άρθρο 523 σελ. 923 αριθ. 2), ο εφεσίβλητος μπορεί, και αφού περάσει η προθεσμία της έφεσης, να ασκήσει αντέφεση ως προς τα κεφάλαια της απόφασης που προσβάλλονται με την έφεση και ως προς εκείνα που συνέχονται αναγκαστικά με αυτά, και αν ακόμη αποδέχτηκε την απόφαση ή παραιτήθηκε από την έφεση. Στις περιπτώσεις των ειδικών διαδικασιών (άρθρα 591 επ. ΚΠολΔ), η αντέφεση ασκείται με ποινή απαραδέκτου με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται και επιδίδεται στον αντίδικο τουλάχιστον οκτώ (8) ημέρες πριν από τη συζήτηση, η οποία ορίζεται υποχρεωτικά κατά την ημερομηνία συζήτησης της κύριας υπόθεσης. Ο δεύτερος των εφεσίβλητων με τις από 23.4.2018 προτάσεις, τις οποίες κατέθεσε στον αρμόδιο Γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου στις 2.5.2018 άσκησε αντέφεση παραπονούμενος ότι κακώς έγινε δεκτή η ένσταση συντρέχοντος πταίσματος στις σωματικές του βλάβες λόγω του ότι δεν έφερε προστατευτικό κράνος δεδομένου του ότι οι σωματικές βλάβες που υπέστη είναι εκτός προστασίας του κράνους και κακή εκτίμηση των αποδείξεων ως προς το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποιήσεως, το οποίο έχει προσβληθεί με την έφεση. Επομένως, η αντέφεση που άσκησε με τις από 2.5.2018 έγγραφες προτάσεις του ο δεύτερος εφεσίβλητος, και όχι με ιδιαίτερο δικόγραφο που να έχει επιδώσει προς την αντίδικο του εκκαλούσα οκτώ (8) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση της υπόθεσης, πρέπει, συνεκδικαζόμενη με την έφεση για λόγους διευκόλυνσης και επιτάχυνσης της δίκης και μείωσης των δαπανών (άρθρα 31, 246 Κ.Πολ.Δ), να απορριφθεί ως απαράδεκτη, να μην επιβληθούν, όμως, δικαστικά έξοδα σε βάρος του αντεκκαλούντος, γιατί η αντεφεσίβλητη εναγομένη δεν υποβλήθηκε σε δικαστικά έξοδα από την άσκηση της.

Από την επανεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου.., αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

  Στις 25.6.2014 και ώρα 11.30 π.μ, ο δεύτερος ενάγων-εφεσίβλητος, οδηγώντας, την με αριθμό κυκλοφορίας… δίκυκλη μοτοσικλέτα ιδιοκτησίας, νομής και κατοχής του πρώτου ενάγοντος-εφεσίβλητου, στην οδήγηση της οποίας είχε προστηθεί, εκινείτο επί της επαρχιακής οδού Αμαλιάδας-Καρδαμά, με κατεύθυνση προς Αμαλιάδα. Κατά τον ίδιο χρόνο, ο Χ, μη διάδικος στη παρούσα δίκη, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας… ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας, νομής και κατοχής της εταιρίας με την επωνυμία…, που ήταν ασφαλισμένο για τις έναντι τρίτων προκληθείσες ζημίες στη εναγομένη-εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρία, εκινείτο επί της ανωτέρω οδού, έχοντας σταθμεύσει παροδικά αυτό στο αριστερό ρεύμα κυκλοφορίας με κατεύθυνση προς Καρδαμά… Όταν ο Χ προσπάθησε να εισέλθει ξαφνικά με το ΙΧΕ αυτοκίνητο του πραγματοποιώντας στροφή 180° από το αριστερό ρεύμα κυκλοφορίας του οδοστρώματος που ήταν προσωρινά σταθμευμένο στο δεξιό ρεύμα κυκλοφορίας του οδοστρώματος με κατεύθυνση προς Αμαλιάδα, χωρίς να περιμένει να ελευθερωθεί το οδόστρωμα από τα διερχόμενα οχήματα, απέκλεισε ξαφνικά και απροειδοποίητα την πορεία της ερχόμενης κανονικά στο ρεύμα κυκλοφορίας μοτοσικλέτας που οδηγούσε ο δεύτερος ενάγων, με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί στην πορεία της διαγωνίως δεξιά και η τελευταία, να επιπέσει με το εμπρόσθιο τμήμα της στην εμπρόσθια δεξιά πόρτα, καθρέπτη και γωνία (δεξιά), του αυτοκινήτου που οδηγούσε, εν συνεχεία ο οδηγός απώλεσε τον έλεγχο έτσι ώστε η μοτοσικλέτα να εκτραπεί δεξιά και αφού σύρθηκε επί του πεζοδρομίου σε απόσταση 1,5 μ., προσέκρουσε σε κολώνα φωτισμού της ΔΕΗ εκριζώνοντας αυτή από την βάση της και ρίπτοντας την επί του πεζοδρομίου, ακινητοποιούμενη τελικά επί του πεζοδρομίου καθώς και ο ίδιος (οδηγός) να πέσει επί του δεξιού πεζοδρομίου του ρεύματος κυκλοφορίας του. Το αποτέλεσμα της σύγκρουσης ήταν αφενός ο τραυματισμός του δεύτερου ενάγοντος-εφεσιβλήτου και αφετέρου οι υλικές ζημίες της δίκυκλης μοτοσικλέτας ιδιοκτησίας, νομής και κατοχής του πρώτου ενάγοντος-εφεσίβλητου, όπως αυτά θα περιγραφούν κατωτέρω. Η υπό τις συνθήκες αυτές, τέλεση του ατυχήματος οφείλεται στην αποκλειστική υπαιτιότητα του Χ, μη διαδίκου στην παρούσα δίκη. Ειδικότερα, ο τελευταίος, εισήλθε στο ρεύμα κυκλοφορίας του δεύτερου ενάγοντος-εφεσίβλητου, ανεξέλεγκτα και χωρίς προηγουμένως να ελέγξει την συχνότητα της κίνησης και να περιμένει να ελευθερωθεί το ρεύμα κυκλοφορίας που επρόκειτο να διασχίσει, λαμβανομένης υπόψη και της θέσης του δεύτερου ενάγοντος… αν δεν είχε επιχειρήσει να εισέλθει ανεπίτρεπτα σχεδόν διαγωνίως δεξιά σίγουρα θα είχε αποφευχθεί η σύγκρουση.

Στοιχεία που να θεμελιώνουν κάποια υπαιτιότητα του δεύτερου ενάγοντος-εφεσίβλητου, και δη ανεπίτρεπτη υπέρβαση του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο Χ εκ δεξιών δεν προέκυψε από την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού… Ο πλήρης αιφνιδιασμός του οδηγού του τελευταίου οχήματος, απέκλεισε τη δυνατότητα εκτέλεσης οποιασδήποτε αποφευκτικής ενέργειας του (ελιγμού ή πέδησης). Σημειώνεται δε ότι υπέρβαση του ορίου ταχύτητας από τον δεύτερο ενάγοντα δεν αποδείχθηκε… Επίσης η έλλειψη άδειας ικανότητας οδήγησης δίκυκλης μοτοσικλέτας κυλινδρισμού κινητήρα 248, δεδομένης την ύπαρξης άδεια οδήγησης για ΙΧΕ και δίκυκλου οχήματος μικρότερου κυβισμού, δεν συνδέεται αιτιωδώς με το επίδικο ατύχημα αφού δεν αποδείχθηκε και το δικαστήριο δεν πείσθηκε ότι το ατύχημα προκλήθηκε από εσφαλμένο χειρισμό του κατά την οδήγηση… Γι’ αυτό η ένσταση της εναγομένης περί συνυπαιτιότητας στην πρόκληση του ατυχήματος (άρθρο 300 ΑΚ) πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Εφόσον τα ίδια δέχθηκε και η προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και με αντικατάσταση της αιτιολογίας αυτής, απορρίπτοντας την ανωτέρω ένσταση, δεν έσφαλε και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις. Επομένως, ο δεύτερος λόγος εφέσεως πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Εξ αιτίας της συγκρούσεως ο δεύτερος ενάγων-εφεσίβλητος τραυματίσθηκε και μεταφέρθηκε με το ΕΚΑΒ στο Γ. Ν. Ηλείας, στη  Νοσηλευτική Μονάδα Αμαλιάδας… με εκτεταμένα θλαστικά τραύματα μετωπιαίας χώρας αριστερά κροταφικά και αριστερού ωτός και κατάγματα κρανίου…

Από τις ανωτέρω σωματικές βλάβες αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος ενάγων κατά την οδήγηση της δίκυκλης μοτοσικλέτας δεν φορούσε προστατευτικό κράνος, αν και υποχρεούταν (άρθ. 12.6 και 101 ΚΟΚ), με δεδομένο τον τραυματισμό που αυτός υπέστη, θλαστικά τραύματα κεφαλής και ωτός και κάταγμα κρανίου μετωποκροταφικά αριστερά. Η παράλειψη του αυτή συντέλεσε αποφασιστικά στον τραυματισμό τουενόψει του είδους της σωματικής βλάβης που υπέστη, όπως προαναφέρθηκε, μόνη δε σωματική βλάβη που δεν συνδέεται αιτιωδώς με την χρήση κράνους είναι αυτή του κατάγματος αυχενικής μοίρας σπονδυλικής στήλης και δη πλαγίου ογκώματος Α6 δεξιά. Συνεπώς, η ένσταση συντρέχοντος πταίσματος (αρθ. 6 ΓΣΠΝ/1911, 300 Α.Κ και 101 ΚΟΚ) που προβάλλει η εναγόμενη πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή κατά ποσοστό 30% και ως ουσιαστικά βάσιμη. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε ότι το ποσοστό συνυπαιτιότητας του ενάγοντος είναι 70% έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, το δικαστήριο όμως δεν μπορεί να εκδώσει επιβλαβέστερη απόφαση για την εκκαλούσα-εναγομένη και να αυξήσει τα ποσά των κονδυλίων αφού οι ενάγοντες-εφεσίβλητοι δεν άσκησαν έφεση και η ασκηθείσα με τις προτάσεις αντέφεση του δεύτερου ενάγοντος-εφεσίβλητου απορρίφθηκε και η εκκαλούσα-εναγομένη με την υπό κρίση έφεση προέβαλε τον λόγο κακής εκτίμησης των αποδείξεων εννοώντας την εις βάρος της κακή εκτίμηση.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο β’ ενάγων, εξεταζόμενος από τον πλαστικό χειρουργό… έφερε, συνεπεία του ατυχήματος, τρεις ουλές επιμήκεις, δύσμορφες με εμβύθιση στην αριστερή μετωποκροταφική περιοχή, καθώς και μία ουλή στην οπισθο-ωτιαία περιοχή αριστερά μήκους 3-4 εκ., που είναι σε διάσταση και δημιουργούν τοπική υπαισθησία, κνησμό και αισθητικό έλλειμμα. Η επανορθωτική διαδικασία των ως άνω ουλών απαιτεί επιτέλεση επεμβάσεως.., ενώ μετεγχειρητικώς θα χρησιμοποιηθεί η τεχνολογία των ακτίνων laser για λειτουργική και αισθητική βελτίωση. Αποδεικνύεται δε ότι, παρά την επανορθωτική χειρουργική διαδικασία, η δυσμορφία, καίτοι θα βελτιωθεί, εντούτοις δεν θα εξαλειφθεί. Λόγω δε του νεαρού της ηλικίας του δευτέρου ενάγοντος (22 ετών κατά το χρόνο του ενδίκου ατυχήματος) και της αισθητικής, της έκτασης και του είδους των μετατραυματικών ουλών κρίνεται αναγκαία τόσο η ως άνω αποκαταστατική αυτών επέμβαση όσο και η μετεγχειρητική αντιμετώπιση με laser. Επομένως, ο τέταρτος λόγος της εφέσεως-δεύτερο σκέλος πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Τέλος, το Δικαστήριο, ενόψει των συνθηκών που έλαβε χώρα το επίδικο ατύχημα, τον τραυματισμό του δεύτερου ενάγοντος-εφεσίβλητου (είδος-έκταση), την ηλικία του (22 ετών κατά τον χρόνο του ατυχήματος), τον χρόνο νοσηλείας του στο νοσοκομείο (25.6.2014 έως 29.6.2014), της αποκλειστικής υπαιτιότητας του Χ, μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, στην πρόκληση του ατυχήματος, της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης των μερών (φυσικών προσώπων και δη ο δεύτερος εναγόμενος-εφεσίβλητος απασχολούταν ως βοηθός σερβιτόρου), εκτός της ασφαλιστικής εταιρίας, της συνυπαιτιότητάς του στην πρόκληση του τραυματισμού του, της ταλαιπωρίας ψυχικής και σωματικής που δοκίμασε από τον τραυματισμό του, της δυσμορφίας στο πρόσωπο…, και τις εν γένει περιστάσεις, όπως εκτιμώνται με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, κρίνει… ότι πρέπει να επιδικασθεί στον δεύτερο ενάγοντα, το ποσό των 15.015 ευρώ, το οποίο κρίνεται εύλογο και δίκαιο για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη, από τον τραυματισμό του. Επομένως, ο τρίτος λόγος της εφέσεως πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Αποτέλεσμα του ατυχήματος, ως ελέχθη, ήταν να υποστεί υλικές ζημίες η δίκυκλη μοτοσικλέτα του πρώτου ενάγοντος-εφεσίβλητου… Ειδικότερα, η μοτοσικλέτα υπέστη σημαντικές υλικές ζημιές που καθιστούν ασύμφορη την επισκευή αυτής-οικονομική καταστροφή αυτής… Δηλαδή, η αξία της επισκευής αυτής, συνυπολογιζομένης και της μείωσης της εμπορικής της αξίας κατά ποσοστό 10% (90 ευρώ) είναι μεγαλύτερη της αξίας που είχε το όχημα πριν την σύγκρουση.

Επομένως…, ο πρώτος ενάγων-εφεσίβλητος ζημιώθηκε κατά το ανωτέρω ποσό 800 ευρώ, ελλείψει πρότασης ένστασης συνυπολογισμού ζημίας-οφέλους (σώστρα). Μετά δε την ανωτέρω οικονομική καταστροφή στις 24.7.2014 δηλώθηκε ακινησία και παρέδωσε τις πινακίδες της … Τέλος, το Δικαστήριο, ενόψει των συνθηκών που έλαβε χώρα το ατύχημα, του είδους και της έκτασης των υλικών ζημιών που υπέστη η δίκυκλη μοτοσικλέτα ιδιοκτησίας του πρώτου ενάγοντος-εφεσιβλήτου, της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης των μερών (φυσικών προσώπων), εκτός της ασφαλιστικής εταιρίας, της στεναχώριας, που, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, δοκίμασε στη θέα των υλικών ζημιών του οχήματος του και της οριστικής αποστέρησης της χρήσης του, αφού η επισκευή του ήταν οικονομικά ασύμφορη, κρίνει ότι πρέπει να επιδικασθεί το ποσό των 500 ευρώ, το οποίο κρίνεται εύλογο και δίκαιο για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη. Επομένως, ο τέταρτος λόγος της εφέσεως-πρώτο σκέλος πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Κατόπιν των ανωτέρω, το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο που κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα, ως προς τα ανωτέρω αγωγικά κονδύλια, έστω και με διαφορετική εν μέρει  αιτιολογία, την οποία αιτιολογία το Δικαστήριο τούτο αντικαθιστά με την ορθή παραπάνω αιτιολογία (αρθρ. 534 ΚΠολΔ), όπως αναλυτικά έχει εκτεθεί χωρίς να πρέπει να εξαφανιστεί, η εκκαλουμένη απόφαση, εφόσον η εσφαλμένη αιτιολογία δεν περιέχει στοιχεία διατακτικού και δεν δημιουργεί δεδικασμένο (Εφ Αθ 8662/2007 δημ. Νόμος, Σαμουήλ «Η έφεση», έκδοση Ε’ σελ. 427 παρ. 1136), ορθά εφήρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, τα δε περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα στην κρινόμενη έφεση, κρίνονται ως αβάσιμα και απορριπτέα. Μετά από αυτά, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος εφέσεως προς εξέταση, πρέπει η υπό κρίση έφεση να απορριφθεί κατά το άνω μέρος ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν.

Εάν η απόφαση είναι καταψηφιστική ή αναγνωριστική και εξαφανίζεται εν μέρει μόνον, δύναται, χάριν της ενότητος της εκτελέσεως εν ευρεία έννοια, να εξαφανισθεί και κατά τις μη θιγόμενες καταψηφιστικές ή αναγνωριστικές διατάξεις της ή να αναδιατυπωθούν αυτές, ώστε η απόφαση του Εφετείου να έχει ενιαίο διατακτικό (ΑΠ 748/1984 Ε.Δ 26.642, Εφ.Πειρ 464/2011 ΕΝΑΥΤΔ 2012.8) ενώ,όταν εξαφανίζεται ολικώς ή μερικώς η εκκαλούμενη απόφαση, εξαφανίζεται ολικώς και το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων, λόγω της αναγκαιότητας ενιαίου καθορισμού των δικαστικών εξόδων ως προς όλα τα κεφάλαια της αποφάσεως (ΑΠ 192/1998 Ε.Δ 39.825, Εφ.Π 716/2011 ΕΝΑΥΤΔ 2012.107).

Ενόψει όλων των ανωτέρω πρέπει:

α) Η … με τις προτάσεις ασκηθείσα αντέφεση να απορριφθεί ως απαραδέκτως ασκηθείσα. Δικαστικά έξοδα σε βάρος του αντεκκαλούντος δεν επιβάλλονται, δεδομένου του ότι, όπως προαναφέρθηκε, η αντεφεσίβλητη εναγομένη δεν υποβλήθηκε σε δικαστικά έξοδα από την άσκηση της.

β) Να γίνει τυπικά δεκτή η έφεση κατά της υπ’ αριθ. 63/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας.

γ) Να γίνει δεκτή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη αλλά κατά ένα μέρος η έφεση κατά τη διάταξη της εκκαλουμένης απόφασης που έκρινε ορισμένο το κονδύλιο της δαπάνης για πλαστική εγχείρηση και συνεδρίες και ακολούθως δέχτηκε ως ουσιαστικά βάσιμο το ως άνω κονδύλιο.

Ακολούθως να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση μόνο κατά τη διάταξη αυτής που έκρινε ορισμένο το κονδύλιο της δαπάνης για πλαστική εγχείρηση και συνεδρίες και ακολούθως δέχτηκε ως ουσιαστικά βάσιμο το ως άνω κονδύλιο, να κρατηθεί η υπόθεση ως προς το ανωτέρω, να δικασθεί η αγωγή ως προς το ανωτέρω, να απορριφθεί κατά το παραπάνω κονδύλιο και χάριν της απόκτησης ενιαίου τίτλου εκτέλεσης, να γίνει δεκτή εν μέρει κατά τα λοιπά, να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλλει στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των εννιακοσίων (900) ευρώ και στον δεύτερο ενάγοντα το ποσό δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι ολοσχερούς εξόφλησης, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλλει στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ και στον δεύτερο ενάγοντα το ποσό των πέντε χιλιάδων εβδομήντα οκτώ (5.078) ευρώ με τον νόμιμο τόκο από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι ολοσχερούς εξόφλησης.

Τέλος, μετά την μερική εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης και ως προς την περί δικαστικής δαπάνης διάταξη της, τα δικαστικά έξοδα αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας πρέπει να επανακαθορισθούν, η δε εναγομένη-εκκαλούσα να καταδικασθεί σε μέρος της δικαστικής δαπάνης των εναγόντων-εφεσιβλήτων και για τους δύο βαθμούς ανάλογο με την έκταση της νίκης των τελευταίων (άρθρα 183, 178, 191.2 Κ.Πολ.Δ). Περαιτέρω  κατ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 495 παρ. 4 ΚΠολΔ όπως, αυτή προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του νόμου 4055/2012 και ισχύει από 2-4-2012, ενόψει της μερικής νίκης της εκκαλούσης πρέπει να της επιστραφεί το κατατεθέν από αυτήν παράβολο.

                                                                                    ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ την από 28.11.2016 και με αριθμ. εκθ. καταθ… έφεση και την από 2.5.2018 με τις προτάσεις ασκηθείσα αντέφεση.

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ως απαράδεκτη την … με τις προτάσεις ασκηθείσα αντέφεση.

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά την έφεση κατά της υπ’ αριθμ. 63/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας.

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει κατ’ ουσίαν την έφεση κατά τη διάταξη της εκκαλουμένης απόφασης που έκρινε ορισμένο το κονδύλιο της δαπάνης για πλαστική εγχείρηση και συνεδρίες και ακολούθως δέχτηκε ως ουσιαστικά βάσιμο το ως άνω κονδύλιο.

ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την εκκαλουμένη απόφαση μόνο κατά τη διάταξη αυτής που έκρινε ορισμένο το κονδύλιο της δαπάνης για πλαστική εγχείρηση και συνεδρίες και ακολούθως δέχτηκε ως ουσιαστικά βάσιμο το ως άνω κονδύλιο.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την απόδοση στην εκκαλούσα του παραβόλου υπέρ Δημοσίου, που μνημονεύεται στο σκεπτικό.

ΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση ως προς το ανωτέρω.

ΔΙΚΑΖΕΙ την αγωγή ως προς το ανωτέρω.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή κατά το παραπάνω κονδύλιο.

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγομένη να καταβάλλει στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των εννιακοσίων (900) ευρώ και στον δεύτερο ενάγοντα το ποσό δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι ολοσχερούς εξόφλησης.

ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλλει στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ και στον δεύτερο ενάγοντα το ποσό των πέντε χιλιάδων εβδομήντα οκτώ (5.078) ευρώ με τον νόμιμο τόκο από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι ολοσχερούς εξόφλησης.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την εναγομένη να καταβάλλει στους ενάγοντες το ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας.

Δικονομική η αυτοτέλεια Αγωγής και συνταξιοδοτικής έφεσης (αρθ.66 ΚΠΣΣ).

ΕΣ 484/2018 Ολομ.ΠΙΛΟΤΙΚΗ ΜΕ 108Α, ΠΡΟΣΟΧΗ ΜΕΤΑΣΤΡΟΦΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ( βλ. παλαιές αντίθετες ΕΣ Ολ. 3097/2010, 3247/20111387/2012) ΕΦΟΣΟΝ Η ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΓΙΝΕΙ ΔΕΚΤΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 49 ΠΔ 1225/81 ΤΟ ΕΣ ΔΙΑΠΛΑΣΣΕΙ ΑΝΑΔΡΟΜΙΚΑ ΤΗΝ ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΙΚΗ ΕΝΝΟΜΗ ΣΧΕΣΗ , Η ΑΓΩΓΗ ΠΟΥ ΑΦΟΡΑ ΤΟ ΙΔΙΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΔΙΑΣΤΗΜΑ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΤΑΙ. Η ΑΥΤΟΤΕΛΕΙΑ ΤΗΣ ΑΓΩΓΗΣ ΣΤΗ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ ΜΟΝΟ ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΙ ΟΧΙ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΗ, ΔΕΔΟΜΕΝΟΥ ΟΤΙ ΤΟ ΠΑΡΑΝΟΜΟ ΠΛΕΟΝ ΔΕΝ ΥΦΙΣΤΑΤΑΙ (ΜΕΙΟΨ.).

 

Ευθύνη μελών ΔΣ ανωνύμου εταιρίας κατα το 115§1 ν.2238/1992 ακόμη και μετά την λήξη της θητείας τους.

ΣτΕ 1183-7/4.6.2018, τμ. Στ΄Επταμελής: ΤΑ ΜΕΛΗ ΔΣ Ανωνύμου εταιρίας και οι διευθύνοντες σύμβουλοι ευθύνονται κατ΄άρθρο 115§1 ν. 2238/1992 και μετά τη λήξη του χρόνου θητείας τους για την καταβολή φορολογικών οφειλών της εταιρίας.
Αναιρείτσι η υπ’ αριθμ. 751/2013 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Ευθύνη μελών ΔΣ ανωνύμου εταιρίας ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΛΗΞΗ ΤΗΣ ΘΗΤΕΙΑΣ ΤΟΥΣ λόγω παραίτησης ή επειδή έχει παρέλθει το ανώτατο όριο παράτασης της θητείας τους, που, κατά το άρθρο 19 παρ. 1 του ν. 2190/1920, δεν δύναται να υπερβαίνει τα έξι έτη, εφόσον δεν αποδεικνύουν στην τελευταία αυτή περίπτωση ότι, επιδεικνύοντας τη δέουσα επιμέλεια, προέβησαν σε ενέργειες για τον ορισμό νέας διοίκησης ή ότι εμποδίστηκαν δικαιολογημένα να προβούν σε σχετικές ενέργειες. Ειδικότερα, τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου ανώνυμης εταιρείας, πριν τη λήξη της θητείας τους, οφείλουν να συγκαλούν την Γενική Συνέλευση των μετόχων για τον ορισμό νέου Διοικητικού Συμβουλίου, σε κάθε δε περίπτωση, αν δεν υφίσταται νόμιμη εκπροσώπηση της εταιρείας, μπορούν με αίτησή τους να ζητήσουν διορισμό προσωρινής διοίκησης από το δικαστήριο κατ’ άρθρο 69 Α.Κ., η οποία, αν και δεν ευθύνεται η ίδια για τα χρέη της εταιρείας (βλ.ΣτΕ 2030/2004 επταμ.), έχει όμως την υποχρέωση να προβεί σε ενέργειες για τον ορισμό νέου Διοικητικού Συμβουλίου αυτής.
Για την απαλλαγή των ανωτέρω προσώπων από την υποχρέωση καταβολής του οφειλόμενου από την εταιρεία φόρου εισοδήματος, σε περίπτωση που κατά τη λύση της εταιρείας έχει ορισθεί νέα διοίκηση, θα πρέπει να έχει γνωστοποιηθεί εγκαίρως στην αρμόδια αρχή, από οποιονδήποτε, η εμφιλοχωρήσα μεταβολή στα πρόσωπα αυτά ή θα πρέπει τα ίδια αυτά πρόσωπα να ισχυριστούν και να αποδείξουν στο δικαστήριο ότι, κατά τον κρίσιμο χρόνο, άλλο πρόσωπο είχε με νόμιμο τρόπο αναλάβει την διοίκηση της εταιρείας ή ότι τα ίδια από λόγους ανεξάρτητους της θέλησής τους (ανωτέρα βία, ειδικές συνθήκες κλπ) εμποδίστηκαν να προβούν σε ενέργειες για τον ορισμό νέας διοίκησης της εταιρείας.
Θυμίζω οτι τα πρόσωπα αυτά δεν μπορούν να ασκήσουν προσφυγή αλλά ως τρίτα ασκούν μόνο “διευρυμένη” ανακοπή του 217 ΚΔΔ κατά της ατομικής ειδοποίησης.