ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ 279/2018

Αοριστία αγωγής.΄Εφεση. Αυτεπάγγελτος έλεγχος αοριστίας. Μεταβιβαστικό αποτέλεσμα εφέσεως. Αντέφεση. Απαγόρευση επιβλαβέστερης αποφάσεως. Αντικατάσταση αιτιολογιών.                                          

                                

Κατά το άρθρο 216.1 ΚΠολΔ η αγωγή εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 177, πρέπει να περιέχει: α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, γ) ορισμένο αίτημα. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται όλα τα παραπάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται ασαφώς ή ελλιπώς, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά το δικόγραφο αυτής αόριστο και ανεπίδεκτο δικαστικής εκτίμησης, με αποτέλεσμα το απαράδεκτο αυτού. Το  απαράδεκτο αυτό ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, διότι αποτελεί ζήτημα αναγόμενο στην τήρηση της προδικασίας, που αφορά τη δημόσια τάξη. Η αοριστία της αγωγής δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή σε άλλα έγγραφα της δίκης, αλλά ούτε και με την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 187/2006 Δ 2006.907, ΑΠ 252/2006 Δ 2006.1066).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για την ύπαρξη της αδικοπραξίας και την απ’ αυτή υποχρέωση του δράστη σε αποζημίωση του παθόντος απαιτείται: α) επέλευση ζημίας και τα στοιχεία που την προσδιορίζουν ως θετική ή αποθετική, β) η ζημία αυτή να επήλθε από το δράστη παρανόμως, συγχρόνως δε και υπαιτίως, ήτοι από δόλο ή αμέλεια (330ΑΚ), γ) η παράνομη συμπεριφορά του υπαιτίου να οφείλεται σε πράξη ή παράλειψη αυτού όταν δεν καταβάλλεται η απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια και δ) να υφίσταται πρόσφορη (αιτιώδης) συνάφεια μεταξύ της ζημιογόνου πράξης ή παράλειψης και της επελθούσας ζημίας η οποία συντρέχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και τη λογική, η συμπεριφορά αυτή στο χρόνο και με τις συνθήκες που έλαβε χώρα, ήταν ικανή, κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα το οποίο και πράγματι επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 1067/2009 Νόμος).

Από τις διατάξεις των άρθρων 928 και 298 ΑΚ προκύπτει ότι η αποζημίωση εκείνου που έπαθε παράνομη βλάβη της υγείας του ή του σώματος του περιλαμβάνει και τη μελλοντική ζημία αυτού. Η μελλοντική περιουσιακή ζημία, την οποία υφίσταται ο παθών, δεν είναι μόνο αποθετική ή διαφυγόν κέρδος λόγω της ανικανότητας του για εργασία με συνέπεια τον μερικό ή πλήρη περιορισμό των εισοδημάτων του αλλά μπορεί να είναι και μελλοντική θετική ζημία, όπως στην περίπτωση που ο παθών πρέπει να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση προς ολοκλήρωση της αποθεραπείας του (ιδιαίτερα στα κατάγματα   και   στην πλαστική χειρουργική αποκατάσταση του σώματός του). Αποκαθίσταται δε η εν λόγω ζημία, εφόσον η επέλευση της είναι βέβαιη και η έκταση της μπορεί από τώρα να προσδιορισθεί, όχι όμως όταν είναι ενδεχομένη και υποθετική (ΕφΘεσ 949/2000 Αρμ. 2001.324, ΕφΔωδ107/1997 ΕπΣυγκΔ 1997.558, ΕφΑθ 331/1991 ΕΣυγκΔ 1994.387). Την επιδίκαση της σχετικής δαπάνης μπορεί να ζητήσει ο παθών και πριν από την πραγματοποίηση της, ήδη αμέσως μετά την προσβολή του σώματος ή της υγείας του (ΕφΑθ 4754/1995 ΕΣυγκΔ. 1996.547). Κατά συνέπεια μπορεί να επιδιώξει ο παθών τη δαπάνη εκτέλεσης μίας επιβαλλόμενης κοσμητικής ή πλαστικής εγχείρησης, όπως είναι η διόρθωση ουλών στο πρόσωπο. Δεν απαιτείται η οπωσδήποτε εκτέλεση της εγχείρησης, αλλά αρκεί η πρόθεση του να υποβληθεί σε μία τέτοια επέμβαση. Για την πληρότητα όμως της αγωγής, με την οποία επιδιώκεται η αποκατάσταση της μελλοντικής ζημίας πρέπει να εκτίθεται στο δικόγραφο αυτής κατά τρόπο σαφή η ασκούμενη επί μέρους αξίωση κατά ποσό και είδος. Ειδικότερα προκειμένου περί αγωγής με την οποία επιδιώκεται η επιδίκαση δαπάνης μελλοντικής χειρουργικής επέμβασης πρέπει να εκτίθεται η αμοιβή του χειρουργού ιατρού, του αναισθησιολόγου, τα έξοδα του χειρουργείου, η δαπάνη παραμονής στην κλινική και η διάρκεια αυτής. Αν η αναφορά αυτή δεν συγκεντρώνει την απαιτούμενη κατά νόμο επάρκεια δημιουργείται αοριστία, η οποία δεν θεραπεύεται ούτε με παραπομπή σε έγγραφα (ΕφΛαρ. 305/2007 δημ. στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΔΣΑ).

Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 522, 524, 525, 526 και 536 ΚΠολΔ, σαφώς προκύπτει ότι, με την άσκηση της εφέσεως η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (μόνο) κατά τα καθοριζόμενα με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους όρια (ΑΠ 419/ 2004 Ε.Δ 47.146). Το Εφετείο επιλαμβανόμενο της διαφοράς εξετάζει εάν, κατ’ ορθή εφαρμογή του νόμου, το κατώτερο δικαστήριο αποφάσισε προσηκόντως ή όχι, τηρώντας την αυτή όπως και το πρωτοβάθμιο διαδικασία (ΑΠ 8/1987 ΕΔ 29.112). Συνεπώς έχει ως προς την αγωγή, (εισαγωγικό δικόγραφο), την αυτή όπως και εκείνο εξουσία (ΑΠ 414/1976 ΝοΒ 24.941, ΑΠ 622/1974 ΝοΒ 23. 173, ΕφΑΘ 110/2006 Ε.Δ 48.1477), δυνάμενο και χωρίς υποβολή ειδικού παραπόνου να εξετάσει οίκοθεν το νόμω βάσιμο αυτής και να την απορρίψειαν ελλείπουν τα κατά νόμο απαιτούμενα για την θεμελίωση της στοιχεία (ΑΠ 7/2001 ΕΔ 42.925).

Ειδικότερα, εάν νόμω βάσιμη ή αόριστη αγωγή έγινε πρωτοδίκως δεκτή κατ’ ουσία εν όλω ή εν μέρει, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί και χωρίς ειδικό παράπονο, να εξετάσει το νόμω βάσιμο και ορισμένο αυτής και να την απορρίψει για τις τυπικές αυτές πλημμέλειες (ΑΠ 1216/1997 ΕΔ 39.573, ΕφΑθ 1778/2011 ΝοΒ 2011.982, ΕφΔωδ 295/2005 δημ. Νόμος), αρκεί ο εκκαλών να ζητεί την απόρριψη της, έστω για άλλους λόγους (ΕφΑθ 6868/1988 ΝοΒ 29. 557, ΕφΑθ 1308/1987 ΕΔ 29.524).

Ειδικότερα, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έχει ως προς την αγωγή την ίδια εξουσία που έχει και το πρωτοβάθμιο και μπορεί να εξετάσει αυτεπαγγέλτως αν η αγωγή είναι νόμιμη, ορισμένη ή παραδεκτή και να την απορρίψει αν δεν στηρίζεται στο νόμο, ή αν δεν περιέχει τα απαιτούμενα στοιχεία για τη θεμελίωση της ή αν ασκήθηκε απαραδέκτως με τις διακρίσεις που επιβάλλονται από τη λειτουργία του δεδικασμένου (322 Κ.Πολ.Δ) και την αρχή της απαγόρευσης της έκδοσης επιβλαβέστερης απόφασης για τον εκκαλούντα, (536 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ). Έτσι επί εφέσεως του εναγομένου, αν η αγωγή είναι αβάσιμη, κατά το νόμο, αόριστη ή απαράδεκτη και έγινε πρωτοδίκως δεκτή κατ’ ουσία, ολικά ή κατά ένα μέρος, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί και χωρίς την υποβολή ειδικού παραπόνου, να εξετάσει αυτεπάγγελτα τις άνω ελλείψεις και να την απορρίψει ως αόριστη ή ως αβάσιμη κατά νόμο κλπ. αρκεί ο εκκαλών να ζητεί την απόρριψη της έστω και για άλλους λόγους και να μην εκδοθεί επιβλαβέστερη απόφαση γι’ αυτόν, χωρίς αντέφεση του ενάγοντος (Εφ.Αθ 4924/2012 Νόμος).

Οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι, με την … αγωγή τους, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας, εξέθεσαν ότι ο Χ οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας… ΙΧΕ αυτοκίνητο κυριότητας, νομής και κατοχής της εταιρίας με την επωνυμία… , που ήταν ασφαλισμένο για τις ζημίες έναντι τρίτων στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, προκάλεσε από υπαιτιότητα του τον τραυματισμό του δεύτερου ενάγοντος και υλικές ζημίες επί της δίκυκλης μοτοσικλέτας ιδιοκτησίας, νομής και κατοχής του πρώτου ενάγοντος, κατά το τροχαίο ατύχημα που συνέβη την .., υπό τις αναφερόμενες στην αγωγή συνθήκες. Με βάση τα παραπάνω, μετά από παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος τους με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους στο ακροατήριο που καταχωρήθηκε στα οικεία πρακτικά συνεδριάσεως και με τις προτάσεις τους, ζήτησαν να υποχρεωθεί η εναγομένη-εκκαλούσα να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 1.500 ευρώ ως αποζημίωση και στον δεύτερο ενάγοντα το ποσό των 10.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλλει στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 1.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και στον δεύτερο ενάγοντα το συνολικό ποσό των 49.360 ευρώ και δη το ποσό των 9.360 ως αποζημίωση ήτοι το ποσό των 60 ευρώ για επίσκεψη-εξέταση ιατρού, το ποσό των 3.600 ευρώ για διαφυγόντα κέρδη, το ποσό των 4.000 ευρώ για πλαστική εγχείρηση και το ποσό των 1.500 ευρώ για συνεδρίες LASER, το ποσό των 200 ευρώ για δαπάνη εξέτασης πλαστικού χειρουργού και το ποσό των 40.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, επιφυλασσομένου του ποσού των 15 ευρώ προκειμένου να παρασταθεί ως πολιτικώς ενάγων στο ποινικό δικαστήριο, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστεί η εναγομένη στα δικαστικά τους έξοδα.

Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλουμένη, αφού δίκασε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των αυτοκινητιστικών διαφορών, απέρριψε ό,τι κρίθηκε απορριπτέο, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή, υποχρέωσε την εναγομένη-εκκαλούσα να καταβάλλει στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 900 ευρώ και στον δεύτερο ενάγοντα το ποσό 10.000 ευρώ, κήρυξε την απόφαση προσωρινά εκτελεστή υπέρ του δεύτερου ενάγοντος για το ποσό των 5.000 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι ολοσχερούς εξόφλησης, αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλλει στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 500 ευρώ και στον δεύτερο ενάγοντα το ποσό των 6.728 ευρώ με τον νόμιμο τόκο από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι ολοσχερούς εξόφλησης και καταδίκασε την εναγομένη σε μέρος των δικαστικών εξόδων ποσού 500 ευρώ.

Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 520 παρ. 1 και 522 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το έγγραφο της εφέσεως πρέπει, μεταξύ των άλλων, να περιέχει αίτηση και τους λόγους αυτής. Και ως προς μεν την αίτηση, αυτή υπάρχει και είναι ορισμένη εάν ζητείται η εξαφάνιση ή μεταρρύθμιση της εκκαλούμενης αποφάσεως ως προς όλες ή μερικές από τις διατάξεις της, σχετικώς με το αιτητικό της αγωγής, ανταγωγής κ.λπ., οι δε λόγοι εφέσεως συνίστανται σε ορισμένες αιτιάσεις κατά της εκκαλούμενης αποφάσεως που αναφέρονται είτε σε παραδρομές του εκκαλούντος, είτε σε νομικά ή πραγματικά σφάλματα του δικαστή. Στα τελευταία ανάγεται και η πλημμελής εκτίμηση των αποδείξεωνη οποία επαρκώς προσδιορίζεται από τη μνεία ότι εξ αυτής οδηγήθηκε το δικαστήριο σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, χωρίς να είναι αναγκαία η εξειδίκευση των σφαλμάτων περί την εκτίμηση των αποδείξεων, αφού το Εφετείο εξαιτίας του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως (άρθρο 522 ΚΠολΔ) επανεκτιμά από την αρχή την ουσία της υποθέσεως και κρίνει την ορθότητα του διατακτικού, κατ’ άρθρ. 534 του ίδιου Κώδικα (ΑΠ 1183/1995 ΕπιθΙΚΑ 30 (1996) σελ. 193, ΑΠ 512/1994 Ε.Δ 36 (1995) σελ. 170).

Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται η εκκαλούσα-εναγομένη με τους λόγους της έφεσης αναγόμενους σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και σε πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων(πραγματικά σφάλματα) και ειδικότερα ο πρώτος λόγος της έφεσης είναι γενικά διατυπωμένος, ο δεύτερος λόγος αναφέρεται με ειδικό και ορισμένο τρόπο στο κεφάλαιο της υπαιτιότητας και ο τρίτος και ο τέταρτοςλόγος αναφέρεται στο ύψος των αγωγικών κονδυλίων που έγιναν δεκτά, ζητεί δε να εξαφανισθεί, άλλως μεταρρυθμιστεί η εκκαλουμένη, να απορριφθεί η αγωγή και να καταδικασθούν οι εφεσίβλητοι στην δικαστική της δαπάνη.

Οι εφεσίβλητοι υποστηρίζουν ότι ο πρώτος λόγος της εφέσεως είναι αόριστος και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος διότι δεν αποδίδει στην εκκαλούμενη κανένα συγκεκριμένο ουσιαστικό σφάλμα. Ο ισχυρισμός τους όμως αυτός δεν είναι βάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, διότι σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στην ανωτέρω μείζονα σκέψη η εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και η πλημμελής εκτίμηση των αποδείξεων, ως λόγος εφέσεως, επαρκώς προσδιορίζεται από τη μνεία ότι εξ αιτίας αυτής το δικαστήριο οδηγήθηκε σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, χωρίς να είναι αναγκαία η εξειδίκευση των σφαλμάτων περί την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, αφού το Εφετείο λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως επανεκτιμά από την αρχή την ουσία της υποθέσεως και κρίνει την ορθότητα του διατακτικού, κατ’ άρθρο 534 του ίδιου Κώδικα. Συνεπώς ο πρώτος λόγος έφεσης είναι ορισμένος και παραδεκτός και πρέπει να ακολουθήσει η ουσιαστική έρευνα των λόγων της κατά την ίδια διαδικασία.

Με το προεκτεθέν όμως περιεχόμενο η αγωγή, ως προς το κονδύλιο της δαπάνης για πλαστική εγχείρηση και συνεδρίες ήταν απορριπτέα ως αόριστη και επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που την έκρινε, ορισμένη κατά το μέρος αυτό, αν και ο δεύτερος ενάγων δεν προσδιόριζε και δεν διευκρίνιζε τις επί μέρους αξιούμενες δαπάνες για έξοδα κλινικής, έξοδα χειρουργείου, αμοιβή αναισθησιολόγου και πλαστικού χειρουργού καθώς και αριθμό συνεδριών LASER και στη συνέχεια (την έκρινε) νόμιμη και κατ’ ουσίαν βάσιμη ως προς το κονδύλιο αυτό, έσφαλε στην ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του νόμουκαι για το λόγο αυτό, σύμφωνα και με τις προεκτιθέμενες σκέψεις, πρέπει να γίνει δεκτή κατά ένα μέρος η έφεση, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη κατά την ως άνω διάταξη της, με την οποία κρίθηκε η αγωγή ως προς το ανωτέρω κονδύλιο ορισμένη και νόμιμη, και αφού το παρόν Δικαστήριο κρατήσει και δικάσει την αγωγή κατά το εν λόγω κονδύλιο (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), να την απορρίψει ως αόριστη ως προς το κονδύλιο αυτό και χωρίς ειδικό παράπονο δεδομένου ότι με την κρινόμενη έφεση η εκκαλούσα-εναγόμενη ζητά την εξαφάνιση της και την απόρριψη της αγωγής ως αβάσιμης, κατά το νόμο και την ουσία (ΕφΑΘ 1404/2014 Νόμος).

Κατά τα άρθρα 523 παρ. 1 και 591 παρ. 1 περ. ζ’ του ΚΠολΔ, όπως το τελευταίο ισχύει μετά την τροποποίηση του με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α’ 87/23.7.2015) και που εφαρμόζεται και στην προκειμένη περίπτωση, καθώς οι διατυπώσεις άσκησης της αντέφεσης κρίνονται κατά τον νόμο που ισχύει κατά τον χρόνο της άσκησης της (άρθρο 12 ΕισΝΚΠολΔ, Εφ.Θεσ. 2165/2017 δημ.  Νόμος,  ΕφΘεσ 1730/2003 Αρμ 2004.1398,  Μ.  Μαργαρίτη ΕρμΚΠολΔ έκδ. 2012 στο άρθρο 523 σελ. 923 αριθ. 2), ο εφεσίβλητος μπορεί, και αφού περάσει η προθεσμία της έφεσης, να ασκήσει αντέφεση ως προς τα κεφάλαια της απόφασης που προσβάλλονται με την έφεση και ως προς εκείνα που συνέχονται αναγκαστικά με αυτά, και αν ακόμη αποδέχτηκε την απόφαση ή παραιτήθηκε από την έφεση. Στις περιπτώσεις των ειδικών διαδικασιών (άρθρα 591 επ. ΚΠολΔ), η αντέφεση ασκείται με ποινή απαραδέκτου με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται και επιδίδεται στον αντίδικο τουλάχιστον οκτώ (8) ημέρες πριν από τη συζήτηση, η οποία ορίζεται υποχρεωτικά κατά την ημερομηνία συζήτησης της κύριας υπόθεσης. Ο δεύτερος των εφεσίβλητων με τις από 23.4.2018 προτάσεις, τις οποίες κατέθεσε στον αρμόδιο Γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου στις 2.5.2018 άσκησε αντέφεση παραπονούμενος ότι κακώς έγινε δεκτή η ένσταση συντρέχοντος πταίσματος στις σωματικές του βλάβες λόγω του ότι δεν έφερε προστατευτικό κράνος δεδομένου του ότι οι σωματικές βλάβες που υπέστη είναι εκτός προστασίας του κράνους και κακή εκτίμηση των αποδείξεων ως προς το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποιήσεως, το οποίο έχει προσβληθεί με την έφεση. Επομένως, η αντέφεση που άσκησε με τις από 2.5.2018 έγγραφες προτάσεις του ο δεύτερος εφεσίβλητος, και όχι με ιδιαίτερο δικόγραφο που να έχει επιδώσει προς την αντίδικο του εκκαλούσα οκτώ (8) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση της υπόθεσης, πρέπει, συνεκδικαζόμενη με την έφεση για λόγους διευκόλυνσης και επιτάχυνσης της δίκης και μείωσης των δαπανών (άρθρα 31, 246 Κ.Πολ.Δ), να απορριφθεί ως απαράδεκτη, να μην επιβληθούν, όμως, δικαστικά έξοδα σε βάρος του αντεκκαλούντος, γιατί η αντεφεσίβλητη εναγομένη δεν υποβλήθηκε σε δικαστικά έξοδα από την άσκηση της.

Από την επανεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου.., αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

  Στις 25.6.2014 και ώρα 11.30 π.μ, ο δεύτερος ενάγων-εφεσίβλητος, οδηγώντας, την με αριθμό κυκλοφορίας… δίκυκλη μοτοσικλέτα ιδιοκτησίας, νομής και κατοχής του πρώτου ενάγοντος-εφεσίβλητου, στην οδήγηση της οποίας είχε προστηθεί, εκινείτο επί της επαρχιακής οδού Αμαλιάδας-Καρδαμά, με κατεύθυνση προς Αμαλιάδα. Κατά τον ίδιο χρόνο, ο Χ, μη διάδικος στη παρούσα δίκη, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας… ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας, νομής και κατοχής της εταιρίας με την επωνυμία…, που ήταν ασφαλισμένο για τις έναντι τρίτων προκληθείσες ζημίες στη εναγομένη-εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρία, εκινείτο επί της ανωτέρω οδού, έχοντας σταθμεύσει παροδικά αυτό στο αριστερό ρεύμα κυκλοφορίας με κατεύθυνση προς Καρδαμά… Όταν ο Χ προσπάθησε να εισέλθει ξαφνικά με το ΙΧΕ αυτοκίνητο του πραγματοποιώντας στροφή 180° από το αριστερό ρεύμα κυκλοφορίας του οδοστρώματος που ήταν προσωρινά σταθμευμένο στο δεξιό ρεύμα κυκλοφορίας του οδοστρώματος με κατεύθυνση προς Αμαλιάδα, χωρίς να περιμένει να ελευθερωθεί το οδόστρωμα από τα διερχόμενα οχήματα, απέκλεισε ξαφνικά και απροειδοποίητα την πορεία της ερχόμενης κανονικά στο ρεύμα κυκλοφορίας μοτοσικλέτας που οδηγούσε ο δεύτερος ενάγων, με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί στην πορεία της διαγωνίως δεξιά και η τελευταία, να επιπέσει με το εμπρόσθιο τμήμα της στην εμπρόσθια δεξιά πόρτα, καθρέπτη και γωνία (δεξιά), του αυτοκινήτου που οδηγούσε, εν συνεχεία ο οδηγός απώλεσε τον έλεγχο έτσι ώστε η μοτοσικλέτα να εκτραπεί δεξιά και αφού σύρθηκε επί του πεζοδρομίου σε απόσταση 1,5 μ., προσέκρουσε σε κολώνα φωτισμού της ΔΕΗ εκριζώνοντας αυτή από την βάση της και ρίπτοντας την επί του πεζοδρομίου, ακινητοποιούμενη τελικά επί του πεζοδρομίου καθώς και ο ίδιος (οδηγός) να πέσει επί του δεξιού πεζοδρομίου του ρεύματος κυκλοφορίας του. Το αποτέλεσμα της σύγκρουσης ήταν αφενός ο τραυματισμός του δεύτερου ενάγοντος-εφεσιβλήτου και αφετέρου οι υλικές ζημίες της δίκυκλης μοτοσικλέτας ιδιοκτησίας, νομής και κατοχής του πρώτου ενάγοντος-εφεσίβλητου, όπως αυτά θα περιγραφούν κατωτέρω. Η υπό τις συνθήκες αυτές, τέλεση του ατυχήματος οφείλεται στην αποκλειστική υπαιτιότητα του Χ, μη διαδίκου στην παρούσα δίκη. Ειδικότερα, ο τελευταίος, εισήλθε στο ρεύμα κυκλοφορίας του δεύτερου ενάγοντος-εφεσίβλητου, ανεξέλεγκτα και χωρίς προηγουμένως να ελέγξει την συχνότητα της κίνησης και να περιμένει να ελευθερωθεί το ρεύμα κυκλοφορίας που επρόκειτο να διασχίσει, λαμβανομένης υπόψη και της θέσης του δεύτερου ενάγοντος… αν δεν είχε επιχειρήσει να εισέλθει ανεπίτρεπτα σχεδόν διαγωνίως δεξιά σίγουρα θα είχε αποφευχθεί η σύγκρουση.

Στοιχεία που να θεμελιώνουν κάποια υπαιτιότητα του δεύτερου ενάγοντος-εφεσίβλητου, και δη ανεπίτρεπτη υπέρβαση του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο Χ εκ δεξιών δεν προέκυψε από την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού… Ο πλήρης αιφνιδιασμός του οδηγού του τελευταίου οχήματος, απέκλεισε τη δυνατότητα εκτέλεσης οποιασδήποτε αποφευκτικής ενέργειας του (ελιγμού ή πέδησης). Σημειώνεται δε ότι υπέρβαση του ορίου ταχύτητας από τον δεύτερο ενάγοντα δεν αποδείχθηκε… Επίσης η έλλειψη άδειας ικανότητας οδήγησης δίκυκλης μοτοσικλέτας κυλινδρισμού κινητήρα 248, δεδομένης την ύπαρξης άδεια οδήγησης για ΙΧΕ και δίκυκλου οχήματος μικρότερου κυβισμού, δεν συνδέεται αιτιωδώς με το επίδικο ατύχημα αφού δεν αποδείχθηκε και το δικαστήριο δεν πείσθηκε ότι το ατύχημα προκλήθηκε από εσφαλμένο χειρισμό του κατά την οδήγηση… Γι’ αυτό η ένσταση της εναγομένης περί συνυπαιτιότητας στην πρόκληση του ατυχήματος (άρθρο 300 ΑΚ) πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Εφόσον τα ίδια δέχθηκε και η προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και με αντικατάσταση της αιτιολογίας αυτής, απορρίπτοντας την ανωτέρω ένσταση, δεν έσφαλε και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις. Επομένως, ο δεύτερος λόγος εφέσεως πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Εξ αιτίας της συγκρούσεως ο δεύτερος ενάγων-εφεσίβλητος τραυματίσθηκε και μεταφέρθηκε με το ΕΚΑΒ στο Γ. Ν. Ηλείας, στη  Νοσηλευτική Μονάδα Αμαλιάδας… με εκτεταμένα θλαστικά τραύματα μετωπιαίας χώρας αριστερά κροταφικά και αριστερού ωτός και κατάγματα κρανίου…

Από τις ανωτέρω σωματικές βλάβες αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος ενάγων κατά την οδήγηση της δίκυκλης μοτοσικλέτας δεν φορούσε προστατευτικό κράνος, αν και υποχρεούταν (άρθ. 12.6 και 101 ΚΟΚ), με δεδομένο τον τραυματισμό που αυτός υπέστη, θλαστικά τραύματα κεφαλής και ωτός και κάταγμα κρανίου μετωποκροταφικά αριστερά. Η παράλειψη του αυτή συντέλεσε αποφασιστικά στον τραυματισμό τουενόψει του είδους της σωματικής βλάβης που υπέστη, όπως προαναφέρθηκε, μόνη δε σωματική βλάβη που δεν συνδέεται αιτιωδώς με την χρήση κράνους είναι αυτή του κατάγματος αυχενικής μοίρας σπονδυλικής στήλης και δη πλαγίου ογκώματος Α6 δεξιά. Συνεπώς, η ένσταση συντρέχοντος πταίσματος (αρθ. 6 ΓΣΠΝ/1911, 300 Α.Κ και 101 ΚΟΚ) που προβάλλει η εναγόμενη πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή κατά ποσοστό 30% και ως ουσιαστικά βάσιμη. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε ότι το ποσοστό συνυπαιτιότητας του ενάγοντος είναι 70% έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, το δικαστήριο όμως δεν μπορεί να εκδώσει επιβλαβέστερη απόφαση για την εκκαλούσα-εναγομένη και να αυξήσει τα ποσά των κονδυλίων αφού οι ενάγοντες-εφεσίβλητοι δεν άσκησαν έφεση και η ασκηθείσα με τις προτάσεις αντέφεση του δεύτερου ενάγοντος-εφεσίβλητου απορρίφθηκε και η εκκαλούσα-εναγομένη με την υπό κρίση έφεση προέβαλε τον λόγο κακής εκτίμησης των αποδείξεων εννοώντας την εις βάρος της κακή εκτίμηση.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο β’ ενάγων, εξεταζόμενος από τον πλαστικό χειρουργό… έφερε, συνεπεία του ατυχήματος, τρεις ουλές επιμήκεις, δύσμορφες με εμβύθιση στην αριστερή μετωποκροταφική περιοχή, καθώς και μία ουλή στην οπισθο-ωτιαία περιοχή αριστερά μήκους 3-4 εκ., που είναι σε διάσταση και δημιουργούν τοπική υπαισθησία, κνησμό και αισθητικό έλλειμμα. Η επανορθωτική διαδικασία των ως άνω ουλών απαιτεί επιτέλεση επεμβάσεως.., ενώ μετεγχειρητικώς θα χρησιμοποιηθεί η τεχνολογία των ακτίνων laser για λειτουργική και αισθητική βελτίωση. Αποδεικνύεται δε ότι, παρά την επανορθωτική χειρουργική διαδικασία, η δυσμορφία, καίτοι θα βελτιωθεί, εντούτοις δεν θα εξαλειφθεί. Λόγω δε του νεαρού της ηλικίας του δευτέρου ενάγοντος (22 ετών κατά το χρόνο του ενδίκου ατυχήματος) και της αισθητικής, της έκτασης και του είδους των μετατραυματικών ουλών κρίνεται αναγκαία τόσο η ως άνω αποκαταστατική αυτών επέμβαση όσο και η μετεγχειρητική αντιμετώπιση με laser. Επομένως, ο τέταρτος λόγος της εφέσεως-δεύτερο σκέλος πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Τέλος, το Δικαστήριο, ενόψει των συνθηκών που έλαβε χώρα το επίδικο ατύχημα, τον τραυματισμό του δεύτερου ενάγοντος-εφεσίβλητου (είδος-έκταση), την ηλικία του (22 ετών κατά τον χρόνο του ατυχήματος), τον χρόνο νοσηλείας του στο νοσοκομείο (25.6.2014 έως 29.6.2014), της αποκλειστικής υπαιτιότητας του Χ, μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, στην πρόκληση του ατυχήματος, της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης των μερών (φυσικών προσώπων και δη ο δεύτερος εναγόμενος-εφεσίβλητος απασχολούταν ως βοηθός σερβιτόρου), εκτός της ασφαλιστικής εταιρίας, της συνυπαιτιότητάς του στην πρόκληση του τραυματισμού του, της ταλαιπωρίας ψυχικής και σωματικής που δοκίμασε από τον τραυματισμό του, της δυσμορφίας στο πρόσωπο…, και τις εν γένει περιστάσεις, όπως εκτιμώνται με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, κρίνει… ότι πρέπει να επιδικασθεί στον δεύτερο ενάγοντα, το ποσό των 15.015 ευρώ, το οποίο κρίνεται εύλογο και δίκαιο για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη, από τον τραυματισμό του. Επομένως, ο τρίτος λόγος της εφέσεως πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Αποτέλεσμα του ατυχήματος, ως ελέχθη, ήταν να υποστεί υλικές ζημίες η δίκυκλη μοτοσικλέτα του πρώτου ενάγοντος-εφεσίβλητου… Ειδικότερα, η μοτοσικλέτα υπέστη σημαντικές υλικές ζημιές που καθιστούν ασύμφορη την επισκευή αυτής-οικονομική καταστροφή αυτής… Δηλαδή, η αξία της επισκευής αυτής, συνυπολογιζομένης και της μείωσης της εμπορικής της αξίας κατά ποσοστό 10% (90 ευρώ) είναι μεγαλύτερη της αξίας που είχε το όχημα πριν την σύγκρουση.

Επομένως…, ο πρώτος ενάγων-εφεσίβλητος ζημιώθηκε κατά το ανωτέρω ποσό 800 ευρώ, ελλείψει πρότασης ένστασης συνυπολογισμού ζημίας-οφέλους (σώστρα). Μετά δε την ανωτέρω οικονομική καταστροφή στις 24.7.2014 δηλώθηκε ακινησία και παρέδωσε τις πινακίδες της … Τέλος, το Δικαστήριο, ενόψει των συνθηκών που έλαβε χώρα το ατύχημα, του είδους και της έκτασης των υλικών ζημιών που υπέστη η δίκυκλη μοτοσικλέτα ιδιοκτησίας του πρώτου ενάγοντος-εφεσιβλήτου, της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης των μερών (φυσικών προσώπων), εκτός της ασφαλιστικής εταιρίας, της στεναχώριας, που, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, δοκίμασε στη θέα των υλικών ζημιών του οχήματος του και της οριστικής αποστέρησης της χρήσης του, αφού η επισκευή του ήταν οικονομικά ασύμφορη, κρίνει ότι πρέπει να επιδικασθεί το ποσό των 500 ευρώ, το οποίο κρίνεται εύλογο και δίκαιο για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη. Επομένως, ο τέταρτος λόγος της εφέσεως-πρώτο σκέλος πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Κατόπιν των ανωτέρω, το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο που κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα, ως προς τα ανωτέρω αγωγικά κονδύλια, έστω και με διαφορετική εν μέρει  αιτιολογία, την οποία αιτιολογία το Δικαστήριο τούτο αντικαθιστά με την ορθή παραπάνω αιτιολογία (αρθρ. 534 ΚΠολΔ), όπως αναλυτικά έχει εκτεθεί χωρίς να πρέπει να εξαφανιστεί, η εκκαλουμένη απόφαση, εφόσον η εσφαλμένη αιτιολογία δεν περιέχει στοιχεία διατακτικού και δεν δημιουργεί δεδικασμένο (Εφ Αθ 8662/2007 δημ. Νόμος, Σαμουήλ «Η έφεση», έκδοση Ε’ σελ. 427 παρ. 1136), ορθά εφήρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, τα δε περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα στην κρινόμενη έφεση, κρίνονται ως αβάσιμα και απορριπτέα. Μετά από αυτά, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος εφέσεως προς εξέταση, πρέπει η υπό κρίση έφεση να απορριφθεί κατά το άνω μέρος ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν.

Εάν η απόφαση είναι καταψηφιστική ή αναγνωριστική και εξαφανίζεται εν μέρει μόνον, δύναται, χάριν της ενότητος της εκτελέσεως εν ευρεία έννοια, να εξαφανισθεί και κατά τις μη θιγόμενες καταψηφιστικές ή αναγνωριστικές διατάξεις της ή να αναδιατυπωθούν αυτές, ώστε η απόφαση του Εφετείου να έχει ενιαίο διατακτικό (ΑΠ 748/1984 Ε.Δ 26.642, Εφ.Πειρ 464/2011 ΕΝΑΥΤΔ 2012.8) ενώ,όταν εξαφανίζεται ολικώς ή μερικώς η εκκαλούμενη απόφαση, εξαφανίζεται ολικώς και το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων, λόγω της αναγκαιότητας ενιαίου καθορισμού των δικαστικών εξόδων ως προς όλα τα κεφάλαια της αποφάσεως (ΑΠ 192/1998 Ε.Δ 39.825, Εφ.Π 716/2011 ΕΝΑΥΤΔ 2012.107).

Ενόψει όλων των ανωτέρω πρέπει:

α) Η … με τις προτάσεις ασκηθείσα αντέφεση να απορριφθεί ως απαραδέκτως ασκηθείσα. Δικαστικά έξοδα σε βάρος του αντεκκαλούντος δεν επιβάλλονται, δεδομένου του ότι, όπως προαναφέρθηκε, η αντεφεσίβλητη εναγομένη δεν υποβλήθηκε σε δικαστικά έξοδα από την άσκηση της.

β) Να γίνει τυπικά δεκτή η έφεση κατά της υπ’ αριθ. 63/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας.

γ) Να γίνει δεκτή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη αλλά κατά ένα μέρος η έφεση κατά τη διάταξη της εκκαλουμένης απόφασης που έκρινε ορισμένο το κονδύλιο της δαπάνης για πλαστική εγχείρηση και συνεδρίες και ακολούθως δέχτηκε ως ουσιαστικά βάσιμο το ως άνω κονδύλιο.

Ακολούθως να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση μόνο κατά τη διάταξη αυτής που έκρινε ορισμένο το κονδύλιο της δαπάνης για πλαστική εγχείρηση και συνεδρίες και ακολούθως δέχτηκε ως ουσιαστικά βάσιμο το ως άνω κονδύλιο, να κρατηθεί η υπόθεση ως προς το ανωτέρω, να δικασθεί η αγωγή ως προς το ανωτέρω, να απορριφθεί κατά το παραπάνω κονδύλιο και χάριν της απόκτησης ενιαίου τίτλου εκτέλεσης, να γίνει δεκτή εν μέρει κατά τα λοιπά, να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλλει στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των εννιακοσίων (900) ευρώ και στον δεύτερο ενάγοντα το ποσό δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι ολοσχερούς εξόφλησης, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλλει στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ και στον δεύτερο ενάγοντα το ποσό των πέντε χιλιάδων εβδομήντα οκτώ (5.078) ευρώ με τον νόμιμο τόκο από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι ολοσχερούς εξόφλησης.

Τέλος, μετά την μερική εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης και ως προς την περί δικαστικής δαπάνης διάταξη της, τα δικαστικά έξοδα αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας πρέπει να επανακαθορισθούν, η δε εναγομένη-εκκαλούσα να καταδικασθεί σε μέρος της δικαστικής δαπάνης των εναγόντων-εφεσιβλήτων και για τους δύο βαθμούς ανάλογο με την έκταση της νίκης των τελευταίων (άρθρα 183, 178, 191.2 Κ.Πολ.Δ). Περαιτέρω  κατ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 495 παρ. 4 ΚΠολΔ όπως, αυτή προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του νόμου 4055/2012 και ισχύει από 2-4-2012, ενόψει της μερικής νίκης της εκκαλούσης πρέπει να της επιστραφεί το κατατεθέν από αυτήν παράβολο.

                                                                                    ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ την από 28.11.2016 και με αριθμ. εκθ. καταθ… έφεση και την από 2.5.2018 με τις προτάσεις ασκηθείσα αντέφεση.

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ως απαράδεκτη την … με τις προτάσεις ασκηθείσα αντέφεση.

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά την έφεση κατά της υπ’ αριθμ. 63/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας.

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει κατ’ ουσίαν την έφεση κατά τη διάταξη της εκκαλουμένης απόφασης που έκρινε ορισμένο το κονδύλιο της δαπάνης για πλαστική εγχείρηση και συνεδρίες και ακολούθως δέχτηκε ως ουσιαστικά βάσιμο το ως άνω κονδύλιο.

ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την εκκαλουμένη απόφαση μόνο κατά τη διάταξη αυτής που έκρινε ορισμένο το κονδύλιο της δαπάνης για πλαστική εγχείρηση και συνεδρίες και ακολούθως δέχτηκε ως ουσιαστικά βάσιμο το ως άνω κονδύλιο.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την απόδοση στην εκκαλούσα του παραβόλου υπέρ Δημοσίου, που μνημονεύεται στο σκεπτικό.

ΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση ως προς το ανωτέρω.

ΔΙΚΑΖΕΙ την αγωγή ως προς το ανωτέρω.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή κατά το παραπάνω κονδύλιο.

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγομένη να καταβάλλει στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των εννιακοσίων (900) ευρώ και στον δεύτερο ενάγοντα το ποσό δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι ολοσχερούς εξόφλησης.

ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλλει στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ και στον δεύτερο ενάγοντα το ποσό των πέντε χιλιάδων εβδομήντα οκτώ (5.078) ευρώ με τον νόμιμο τόκο από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι ολοσχερούς εξόφλησης.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την εναγομένη να καταβάλλει στους ενάγοντες το ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας.

Σπύρος Κατράμης

Δρ. Ν., Δικηγόρος

0 replies

Leave a Reply

Want to join the discussion?
Feel free to contribute!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *